Γεγονότα που δε σβήνουν απ΄τη  μνήμη μας.

0

Απόσπασμα από το υπό έκδοση νέου βιβλίου του Στράτη Δαλιάνη,

με τίτλο « Μνήμες ο επίγειος παράδεισος »

Αυτή η ιστορία που γράφεται έχει σχέση με δύο Αγιαννίτες ήρωες του 1940 και αναφέρεται σε ένα γεγονός που συνέβη στα βουνά της Αλβανίας κατά τον ελληνοιταλικό πόλεμο.

Τα γεγονότα αυτά μου τα διηγήθηκε ο μπάρμπα Πέτρος ο Δικαίος ή Κοντοπετράκος, ο οποίος σήμερα είναι 105 χρονών με διαυγέστατο μυαλό, πράγμα το οποίο τον καθιστά άριστο αφηγητή και μάλιστα σε τέτοια γεγονότα γίνεται τόσο παραστατικός που νομίζεις ότι βρίσκεσαι ο ίδιος στα γεγονότα εκείνα και τα ζεις από κοντά.

28 Οκτώβρη 1940. Αγαπητέ Στράτη, παιδί του φίλου μου και συμπολεμιστή μου Σαραντόγιαννη, στις 28 Οκτώβρη του 1940 ενώ οργώναμε όλοι οι Αγιαννίτες στα χωράφια μας, βρισκόμουν στον Αγιο Δημήτρη και έσπερνα κριθάρι για τα ζωντανά μας όπως κάναμε κάθε χρόνο.

Ξαφνικά πρωί-πρωί ακούσαμε την καμπάνα του Αγιώργη να βαράει δυνατά και γρήγορα. Δεν έμοιαζε με την καμπάνα του σχολείου που κτύπαγε για τα παιδιά.

Αμέσως κοιτάξαμε  κατά ο χωριό μπας και δούμε καμιά φωτιά, διότι τότε στις πυρκαγιές χτυπούσε η καμπάνα για να τρέξει ο κόσμος για βοήθεια. Δε φαινόταν καπνός. Έτσι συνέχισα τη δουλειά μου.

Μετά από μισή ώρα 2 αεροπλάνα διέσχισαν τον ορίζοντα του Αγιάννη και χάθηκαν για την Καλαμάτα αφήνοντας πίσω τους την απορία σε μας γι’  αυτή την πρωινή επίσκεψη.

Πριν προλάβουμε καλά- καλά να συνειδητοποιήσουμε το γεγονός αυτό, ακούσαμε την σφυρίχτρα του Αγροφύλακα ο οποίος ήταν ψηλά κατά την Καριτσα. Σφύραγε συνεχώς  και μετά φώναξε πολλές φορές.

-Έϊ χωριανοί ελάτε όλοι στο χωριό γιατί οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο.

Κόπηκε η χολή μου, ρε Στράτη όταν άκουσα το γεγονός αυτό. Γρήγορα – γρήγορα, φόρτωσα τα σύνεργά μου, αλέτρια, λαιμαριές, παλάτζα κ.λπ. και ξεκίνησα  με τη γυναίκα για το χωριό.

Αφού  φτάσαμε στον Αγιάννη  άφησα τα πράγματα στην αυλή και πήγα στην πλατεία του χωριού, στον Αγιώργη, όπου ήταν όλος ο κόσμος μαζεμένος. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ο παππάς, δυο δάσκαλοι και ένας χωροφύλακας που προσπαθούσε να καθησυχάσει τις γυναίκες και τα παιδιά που έκλαιγαν για το μεγάλο αυτό “κακό”.

Κατά περίεργο τρόπο εμείς οι άνδρες συναισθηματικά μεν φορτισμένοι αλλά οπλισμένοι με πατριωτικό ενθουσιασμό, άλλοι τραγουδάγαμε τον Εθνικό Ύμνο, άλλοι διάφορα άλλα πατριωτικά τραγούδια και περιμέναμε τα φύλλα πορείας για να φύγουμε.

Είμαστε την ημέρα εκείνη έτοιμοι με τα φύλλα να φύγουμε καμιά 30αριά άνδρες, οι υπόλοιποι έφευγαν τμηματικά ανάλογα με τις ειδικότητες.

-Εγώ που λες Στράτη έφυγα κατευθείαν και πήγα στο Παράλιο και  από εκεί με την βενζίνα πήγα στο Ναύπλιο.

Μας πήγαν στο Στρατόπεδο του Ναυπλίου και εκεί με χρέωσαν δύο μουλάρια και μου είπαν μαζί με άλλους σε πέντε ημέρες να είμαστε στη Θήβα απ’ όπου θα φεύγαμε για την Καστανιά  με το τραίνο.

Πράγματι φύγαμε απ’ το Ναύπλιο και την άλλη μέρα το βράδυ είμαστε Νεμέα. Μετά την νυκτερινή ξεκούραση φτάσαμε Κόρινθο, την άλλη μέρα Άγιους Θεόδωρους, μετά Μέγαρα, Βίλια – Κρεοκούκι Θήβα. Διανύσαμε αυτή την απόσταση σε 4 ½ ημέρες και στη Θήβα όπου βρήκαμε πολλούς συμπολεμιστές με ζώα, περιμέναμε τρείς ημέρες για να έλθει το τραίνο.

-Βλέπεις είμαστε ο μεταγωγικός λόχος και έπρεπε όλοι μαζί να βρεθούμε στα μετόπισθεν για να βοηθάμε με τις προμήθειες τους στρατιώτες μας.

Ήρθε το τραίνο επιβιβαστήκαμε μαζί με τα ζώα και σε δύο ημέρες φτάσαμε στην Καστανιά. Μετά στην Κοζάνη, Σιάτιστα, όπου καταλήξαμε τελικά στην Αρσέκα. Από εκεί με τα ζώα προχωρούσαμε για Κλεισούρα.

Το μέτωπο είχε προχωρήσει για τα καλά και οι ελληνικές δυνάμεις που από την πρώτη μέρα είχαν επιτυχίες δεν σταματούσαν με καμία δύναμη.

-Να φανταστείς Στράτη εκεί έξω από την Κλεισούρα δεν προλαβαίναμε τους φαντάρους μας, εμείς που πηγαίναμε με τα ζώα και ενώ εκείνοι πολεμούσαν. Είχαν γίνει ένας  σίφουνας που παρέσερνε τα πάντα στο διάβα τους.

Εκεί λοιπόν που πηγαίναμε ξάφνου ακούω μια δυνατή φωνή.

-Που είσαι ρε Πέτρο!!! Ρε Κοντοπετράκο που είσαι βρε! Εδώ Σαραντόγιαννης Πέτρο!! Εδώ Σαραντόγιαννης!!

Πραγματικά με έπιασε κρυάδα και σάστισα δεν ήξερα τι να κάνω. Ποιος φανταζόταν ότι στη πρώτη γραμμή θα αντάμωνα  με το φίλο μου το Γιάννη τον Ταβερνιάρη του χωριού μου, το Σαραντόγιαννη.

Όπως μετά αποδείχθηκε Στράτη, ο πατέρας σου ο Σαραντόγιαννης ήταν μαζί με τον Κώστα τον Μουτζούρη, ο οποίος Μουτζούρης , γνώριζε ότι ακολουθεί πίσω ο μεταγωγικός λόχος ο δικός μας το είπε στον πατέρα σου και έτσι εξηγείται το θέμα. Τρέχω με δύο-τρείς κουραμάνες, σταφίδες, τέσσερα μπουκαλάκια κονιάκ, τέσσερις κονσέρβες, δύο παγούρια νερό και τέσσερα ζευγάρια κάλτσες.

Μόλις με είδε ο Σαραντόγιαννης έτρεξε με αγκάλιασε σφιχτά, με σήκωσε δύο μέτρα ψηλά, (ήταν πολύ δυνατός άνδρας) και κλάψαμε σαν μικρά παιδιά όση ώρα είμαστε μαζί. Ήταν για μένα η πιο ωραία, αν μπορεί να υπάρχει ωραία στιγμή του πολέμου που συνάντησα τον φίλο μου και αδελφό Σαραντόγιαννη στα βουνά ης Αλβανίας στην πρώτη γραμμή που πολεμάγαμε για ένα κοινό σκοπό. Τη λευτεριά και τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας μας.

-Όταν αργότερα μετά τον πόλεμο ο πατέρας σου ήταν τραυματίας από κρυοπαγήματα στο Νοσοκομείο της Λάρισας το έμαθα αλλά δε μπόρεσα να πάω να τον δω. Του κόψανε δύο δάκτυλα.

Μετά τον πόλεμο στον Αγιάννη κάθε φορά που  πήγαινα στην ταβέρνα μου έλεγε:

-Γαμώ το λιβάνι του κάτσε κάτω θα βάλω μεζέ για τις κουραμάνες.

Και καθόμαστε, και θυμόμαστε, και τα δάκρυα έβρεχαν τα μάγουλα μας από την συγκίνηση και τις μνήμες των χρόνων εκείνων.

Γιατί ήτανε παλικάρι ρε Στράτη, δεν δείλιασε ποτέ, ούτε στον πόλεμο, ούτε στη ζωή, Άξιος πολεμιστής και μαχητής της ζωής. Μακάρι να του μοιάσετε όλοι σας, τα εγγόνια, τα δισέγγονα.

Ας είναι συχωρεμένος και άγιο το χώμα της Αγίας Παρασκευής που τον σκεπάζει.

 

Στράτης  Δαλιάνης

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here