«Είμαι ακόμη εδώ γιατί συν-Έλληνες έσωσαν την οικογένειά μου»

0

Γράφει η Ελένη Μπέλλου

Στις 27 Ιανουαρίου, τιμάται επίσημα η μνήμη των Eβραίων – θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Το tvxs.gr θυμάται μία από τις πιο μαύρες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας και επαναφέρει τη μαρτυρία της Εβραίας Ροζίνα Ασέρ Πάρδο. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1933. Όπως διηγείται  είναι «ακόμη εδώ γιατί συν-Έλληνες έσωσαν την οικογένειά μου».

Διαβάστε επίσης: Μαρτυρία ενός παιδιού από τα ναζιστικά στρατόπεδα της Γερμανίας

Πώς ήταν η ζωή στη Θεσσαλονίκη πριν την κήρυξη του πολέμου;

Το ’40 ήμουνα 7 χρονών, θυμάμαι πήγαινα 1η τάξη. Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος τον Οκτώβρη πανηγυρίσαμε γιατί δε θα πάμε σχολείο. Μετά βέβαια αρχίσαν οι βομβαρδισμοί. Μέναμε στο κέντρο της πόλης και οι Ιταλοί βομβαρδίσανε το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ήταν τρομακτικά ειδικά για τα παιδιά. Εκκωφαντικοί ήχοι, αεροπλάνα, βομβαρδιστικά. Θυμάμαι ένας πιλότος από ιταλικό αεροπλάνο έπεσε στην ταράτσα του σπιτιού μας με αλεξίπτωτο. Έχω ακόμη την εικόνα που τον κατέβασαν τυλιγμένο μ’ ένα σεντόνι. Δεν ξέρω να πω αν ήταν λαβωμένος ή πεθαμένος. Πιο πριν η ζωή μας στη Θεσσαλονίκη ήταν πολύ ωραία για μένα. Ζούσαμε στο κέντρο της πόλης, πηγαίναμε στο Μεντιτερανέ – υπήρχε ένα ωραίο ξενοδοχείο εκεί που πίναμε τσάι τα Σαββατοκύριακα – μπορώ να πω ότι ήμουν ένα χαϊδεμένο πλουσιόπαιδο.

Πριν τον πόλεμο υπήρχαν διακρίσεις ανάμεσα σε Εβραίους και Χριστιανούς στη Θεσσαλονίκη;

Δεν είμαι σε θέση να πω για την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Πάντως εγώ δεν είχα καμιά τέτοια αίσθηση. Ζούσαμε όλοι μαζί, στην πολυκατοικία για παράδειγμα, χριστιανοί και εβραίοι. Όλα τα παιδιά παίζαμε μαζί. Ήταν πολύ όμορφα. Δεν είχαμε διακρίσεις, εκεί τουλάχιστον. Μετά διαβάσαμε ότι σε άλλες περιοχές υπήρχαν.

Όταν άρχισαν οι Ναζί να κατεβαίνουν προς την Ελλάδα άρχισε να ανησυχεί η οικογένειά σας;

Δεν το θυμάμαι αυτό. Γίνονταν βέβαια συζητήσεις και τα νέα για τα ολέθρια αποτελέσματα του ναζισμού τα μαθαίναμε από τις εφημερίδες. Οι γονείς μας όμως δεν ήθελαν να τα πιστέψουν. Και παραμείναμε στη θέση μας μαζί με τους χριστιανούς συμπολίτες μας.

Πότε ξεκινούν οι πρώτες απαγορεύσεις για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης;

Δεν θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες. Στην αρχή μας είχαν επιτάξει τα σπίτια, μας πήραν τα ραδιόφωνα, μας πήραν τα τηλέφωνο. Νομίζω, χωρίς να είμαι σίγουρη, ότι αυτό το έκαναν και στα χριστιανικά σπίτια. Μας βύθισαν στη σιωπή και στο σκοτάδι. Δεν είχαμε φως το βράδυ. Το δικό μας σπίτι το επίταξαν Γερμανοί αξιωματικοί που έρχονταν τα βράδια με γυναίκες του δρόμου. Διαμαρτυρήθηκε ο πατέρας μου και έδωσαν τελικά δωμάτιο του σπιτιού μας σε μια οικογένεια που ήταν Τούρκος ο άντρας και Γερμανίδα η γυναίκα. Είχαν και παιδιά που παίζανε μαζί μας στη Γειτονιά.

Στις 11 Ιουλίου του 1942 γίνεται η συγκέντρωση στην πλατεία Ελευθερίας…

11 Ιουλίου του ’42. Ήταν η πρώτη κίνηση των Γερμανών που με άγγιξε άμεσα σαν εβραιοπούλα. Κάλεσαν όλους του άρρενες εβραίους από 18 ως 45 ετών να παρουσιαστούν στην πλατεία Ελευθερίας. Και τον πατέρα μου. Πήγε θυμάμαι η αδερφή μου που ήταν μεγαλύτερη μήπως ξεκλέψει τι γινόταν εκεί πέρα. Πήγε και ο πατέρας μου αλλά δεν παρουσιάστηκε. Το μόνο που μάθαμε ήταν ότι τους ταπείνωναν τους εβραίους. Τους έβαζαν να κάνουν γυμναστικές ασκήσεις μες τον ήλιο και τους απαγόρευαν να φορέσουν καπέλο. Ο πατέρας μου τρομοκρατημένος δεν παρουσιάστηκε και γύρισε στο σπίτι. Από εκείνη την ώρα τρομοκρατήθηκα γιατί αν τον πιάνανε θα τον εκτελούσαν. Τους άντρες που μάζεψαν στην πλατεία Ελευθερίας του πήγαν στα έργα. Ο πατέρας μου επειδή δεν είχε παρουσιαστεί τη γλίτωσε. Οι περισσότεροι ήταν άνθρωποι που δεν είχαν δουλέψει χειρωνακτικά. στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν κι αυτοί που έλεγαν «χαμάληδες». Επίσης ήταν άνθρωποι που ήταν λογιστές, γραφιάδες. Άρχισαν να αρρωσταίνουν. Αυτά τα έχω κυρίως διαβάσει. Ότι δηλαδή οι εβραίοι άρχισαν να αρρωσταίνουν στα καταναγκαστικά έργα από ελονοσία, κακουχίες κλπ. Η ισραηλιτική κοινότητα ζήτησε τότε να τους αφήσουν οι Γερμανοί κι εκείνοι δέχτηκαν έναντι ενός πολύ σεβαστού ποσού. Ζήτησαν δηλαδή λύτρα. Το ποσό ήταν πολύ μεγάλο. Μαζεύτηκε όλη η κοινότητα και τα μάζεψαν μεταξύ τους και τα έδωσαν στους Γερμανούς για να ελευθερώσουν τους εργάτες.

Στις 6 Φεβρουαρίου του ’43 δίνεται η διαταγή να μετακομίσουν όλοι οι Έλληνες Εβραίοι στα δυο γκέτο…

Υπήρχαν δυο γκέτο στη Θεσσαλονίκη. Το ένα στις εξοχές που ήταν πέρα από το Λευκό Πύργο και το άλλο στο κέντρο της πόλης. Έπρεπε να μετακομίσουμε με δικά μας έξοδα στο κέντρο των Εξοχών. Εκεί ο χώρος ήταν περιορισμένος. Βρήκαμε απλά δυο δωμάτια. Στο σπίτι μιας οικογένειας που είχε ένα διώροφο σπίτι στα σύνορα του γκέτο με τον ελεύθερο κόσμο. Πήραμε όσα πράγματα μπορούσαμε σ’ έναν αραμπά. Η Γερμανίδα που της έμειναν τα πράγματα στο σπίτι μας πανηγύρισε. Στο γκέτο δεν ήταν ευχάριστα. Εκεί δεν παίζαμε πια. Είχα όμως μια φίλη που ερχόταν και με έβλεπε από το κέντρο της πόλης. Γειτόνισσα από το παλιό το σπίτι. Την περίμενα για παιχνίδι αλλά δεν παίζαμε. Παρατηρούσαμε απλά τους εσπευσμένους γάμους που έκαναν οι εβραίοι για να φύγουν με τις αρραβωνιάστηκες τους. Στο τέλος όμως τους χώριζαν μόλις έφταναν στα στρατόπεδα. Τότε έδωσαν την εντολή να καταγράψουμε όλα τα υπάρχοντά μας. Μέχρι και την τελευταία πετσέτα του σπιτιού. Μαζεύτηκαν λοιπόν οι πατεράδες για να πουν τι θα γράψουν και τι όχι. Αυτά θα πήγαιναν για κατάσχεση. Πριν γίνει αυτό ήρθε η διαταγή ότι θα πηγαίναμε όλοι στην Πολωνία. Έπρεπε να εφοδιαστούμε με παπούτσια και σακίδια. Δεν θα επιτρεπόταν να πάρουμε χρήματα μαζί μας. Στο μεταξύ ήρθε κι άλλη διαταγή να παρουσιαστεί ο πατέρας μου στον αρχιραβίνο. Θα ήταν κι ένας ναζί εκεί. Ο πατέρας μου έφυγε από εκεί ως ένας από τους 101 ομήρους. Ήταν άνθρωποι που τους είπαν ότι θα είναι υπεύθυνοι αν δραπέτευε οποιοσδήποτε εβραίος από το γκέτο. Θα το πλήρωνε αυτό ένας από τους ομήρους. Δηλαδή αν το έσκαγε κάποιος από το γκέτο θα εκτελούσαν τον πατέρα μου. Γι’ αυτό ο πατέρας μου απέδρασε ο ίδιος. Τότε δεν μας είχε πει την αλήθεια. Μας είπε μόνο ότι του είπαν: «οι εβραίοι δεν θα έχετε πια μαγαζιά». Οι γονείς της εποχής εκείνης δε λέγανε όλες τις αλήθειες στα παιδιά. Για να μας προφυλάξουν; Ίσως είχαν δίκιο. Με τα σημερινά δεδομένα είχαν άδικο. Δεν ξέρω αν εκτέλεσαν κανένα απ’ εκείνους τους ομήρους. Αυτό δεν το έχω ψάξει κιόλας. Ψάξαμε τόσα πράγματα μετά. Ο πατέρας μου έζησε αρκετά χρόνια κι είμαι ευχαριστημένη που μας έσωσε.

Πως ήταν η ζωή για ένα παιδί στο γκέτο;

Στην αρχή μας άφηναν να βγαίνουμε από το γκέτο και να πηγαίνουμε στα σχολειά μας. Αλλά δε μας άφηναν να πάρουμε τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Τότε υπήρχαν τα τραμ στη Θεσσαλονίκη. Στο μεταξύ ήρθε κι άλλη διαταγή. Μας έβαλαν έναν κίτρινο άστρο στο στήθος. Αυτό έπρεπε να το φοράμε όλοι οι Εβραίοι και τα παιδιά πάνω από πέντε χρονών. Έτσι γινόταν η φυλετική διάκριση. Εγώ ήμουν 9μιση χρονών κι επειδή ήμουν εβραιοπούλα φόρεσα το άστρο κι όταν απαγορεύτηκε να ανεβαίνουν στα τραμ, πήγαινα στο σχολείο με τα πόδια. Ήταν αρκετή απόσταση. Έφτανα καταϊδρωμένη, πολύ κουρασμένη και καμιά φορά με κλάματα. Δεν καταλάβαινα τι ήταν αυτό που με διαχώριζε από τους συμμαθητές μου που ήταν κιόλας στην τάξη και έκαναν μάθημα. Αυτό που με διαχώριζε ήταν το κίτρινο άστρο κι ότι ήμουνα εβραία. Οι διευθυντές του σχολείου με παρηγόρησαν αλλά δυο τρεις ημέρες αργότερα μας έκλεισαν στο γκέτο και δεν μπορούσαμε πια ούτε με τα πόδια να πάμε σχολείο. Μόνο σε όποιον ήθελε κι αν του το επέτρεπαν μπορούσε να έρθει στο γκέτο να με δει, όπως μια φίλη μου, η Μαρία, που ερχόταν με τον μπαμπά της.

Υπήρχαν στρατιώτες που σας κατέβαζαν από το τραμ;

Δεν θυμάμαι. Σίγουρα υπήρχαν χωροφύλακες.

Μιλάτε για Έλληνες χωροφύλακες…

Έλληνες χωροφύλακες. Κάποια στιγμή οι ναζί διορίσανε και εβραίους – πολιτοφύλακες τους είπαν. Τους έβαλαν ένα βραχίονα κίτρινο με το άστρο και τους υποσχέθηκαν ότι αυτοί θα γλίτωναν από όλες τις κυρώσεις που είχαν οι άλλοι εβραίοι. Οπότε κι αυτοί μπορούσαν να βρεθούν μέσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Αλλά και ποιος τολμούσε να παραβεί τις διαταγές των ναζί; Το άμεσο αποτέλεσμα θα ‘τανε η εκτέλεση. Εκτελούσαν και παιδιά οι ναζί.

Πως κρίνετε τη συνεργασία των Ελλήνων με τους Ναζί;

Οι Έλληνες, οι χωροφύλακες, το ‘καναν ίσως από καθήκον, ίσως από φόβο. Υπήρχαν και πολλοί προδότες. Εφιάλτες υπάρχουν σ’ όλες τις εποχές. Ακόμη και εβραίοι Εφιάλτες υπήρχαν, οι οποίοι πληρώνονταν από τους Γερμανούς για να καταδίδουν ποιος εβραίος κυκλοφορεί χωρίς το άστρο του Δαβίδ. Δεν μπορώ να το κρίνω παραπάνω. Στη Θεσσαλονίκη πρέπει να ξέρετε ότι υπήρξε και ο οικονομικός αντισημιτισμός. Ο οικονομικός αντισημιτισμός – υπάρχουν πολλών ειδών αντισημιτισμοί – προερχόταν απ’ το ότι ένα μέρος των Εβραίων, όχι όλοι, γιατί η πλειονότις ήταν φτωχή, ανήκαν στην ανώτερη τάξη. Υπήρχε ανταγωνισμός με τους πρόσφυγες που έρχονταν απ’ τη Μικρά Ασία. Υπήρχε η ζήλια, ο φθόνος. Υπήρξαν όμως κι αυτοί που μας έσωσαν, αυτοί που θα μπορούσαν να μας καταδώσουν και σίγουρα θα είχαν ανταμοιβή από τους Γερμανούς. Αργότερα μάθαμε ότι οι Χριστιανοί που κατέδιδαν εβραίους πληρώνονταν με χρυσές λίρες. (…) Η Θεσσαλονίκη είναι μια ειδική περίπτωση. Ορισμένοι εξαιρετικοί άνθρωποι μας έσωσαν με κίνδυνο της ζωής τους.

Εσείς προσπαθήσατε να έχετε πάνω σας χρήματα παρά την απαγόρευση;

Ναι. Οι γονείς μου πήγανε στο σπίτι μιας ξαδέλφης και στο υπόγειο σκάψανε και θάψανε μια τσάντα με τα τιμαλφή της μητέρας μου και με χρυσές λίγες. Όταν πια μεταφερθήκαμε στο γκέτο, οι γονείς μου μεταμφιεσμένοι πήγαν ένα βράδυ και με μεγάλο κίνδυνο ξέθαψαν τα τιμαλφή. Μ’ αυτά τα χρυσαφικά τρώγαμε τον καιρό της κλεισούρας μας. Τα δίναμε σ’ έναν φίλο, ο οποίος έπαιρνε τις χρυσές λίρες και μας έφερνε τον τενεκέ με το λάδι, το αλεύρι, τα λίγα αυτά που τρώγαμε για να συντηρηθούμε.

Μαυραγορίτες;

Βέβαια για να πληρώνονταν με χρυσές λίρες μαυραγορίτες ήτανε.

Πότε έρχεται η απαγόρευση να βγείτε από το γκέτο;

Το Μάρτιο του 1943, μου φαίνεται, έρχεται η διαταγή ότι το γκέτο είναι κλειστό. Δεν έχουμε δικαίωμα να βγούμε αλλά ούτε να μπει κανείς. Ο πατέρας μου αποφάσισε να δραπετεύσουμε. Μόνο με τη μικρή του οικογένεια. Δεν μπορούσε να πάρει τη μητέρα του ή τις αδελφές του. Μια ημέρα φύγαμε εγώ κι αδερφή μου. Εκείνη ήταν τεσσάρων, εγώ εννιά. Η μητέρα μου, μου έβγαλε από το πέτο το αστέρι του Δαβίδ μου έδωσε τη μικρή στο χέρι, μου είπε «θα την προσέχεις» και μου έδειξε ένα μονοπάτι που δε φυλαγόταν απ’ τους πολιτοφύλακες ή τους χωροφύλακες για να φύγουμε απ’ το γκέτο. Ήμασταν ολομόναχες στο δρόμο. Η μικρή δεν έχυσε ούτε δάκρυ. Εγώ έκανα την ατάραχη. Μας είχαν πει ότι μια κυρία θα μας περίμενε στο τέρμα της λεωφόρου Στρατού. Η κυρία Φαίδρα όταν μας είδε, μας άλλαξε αμέσως τα ονόματα. Έδωσε τη μικρή το όνομα Νίτσα – τη λέγανε Ντενίζ – κι εμένα μου είπε: «Εσένα θα σε λένε Ρούλα». Μας πήρε στο σπίτι της. Ένα διαμέρισμα στην Τσιμισκή από το οποίο δεν φύγαμε για ενάμιση χρόνο. Το πρώτο βράδυ ήρθαν οι γονείς μου μεταμφιεσμένοι – λίγο μετά την αδερφή μου την μεγάλη – και είπαν ότι θα φεύγαμε. Αλλά πως να φύγεις με δυο παιδιά ανήλικα και μια έφηβη; Δεν έβγαινε κανένας μας. Μόνο η μικρή γιατί λέγαμε ότι δεν θα την αναγνωρίσουν. Την αναγνώρισε όμως η Γερμανίδα στο δρόμο κι από τότε δεν ξαναβγήκαμε.

Η οικογένεια που σας φιλοξένησε ήταν χριστιανοί. Ήταν φιλική σας οικογένεια;

Η οικογένεια που μας φιλοξένησε ήταν χριστιανική. Ήταν ο γιατρός Γιώργος Καρακότσος και η γυναίκα του η Φαίδρα. Είχαν κι ένα γιο, το Φαίδωνα, μικρό παιδί κι αυτός, δε μίλησε ποτέ σε κανένα. Είχαν και μια οικιακή βοηθό τη Μαρία. Κι αυτή δε μίλησε ποτέ. Υπήρχε κι ένας Γερμανός που είχε έρθει με τα στρατεύματα Κατοχής και κάθε φορά που γινόταν μπλόκο στη γειτονιά για τους αντάρτες μας ειδοποιούσε. Κάποτε ήρθε και η Γκεστάπο στο διαμέρισμα και ήθελε να επιτάξει δωμάτια. Ένας Έλληνας είχε έρθει και η Μαρία αναγκάστηκε να ανοίξει. Η μητέρα με τη μεγάλη μου αδερφή κρύφτηκαν πίσω από ένα παντζούρι ενώ εγώ κι ο πατέρας μου ήμασταν στο δωμάτιο. Ανοίξαμε την ντουλάπα και μπήκαμε μέσα. Ο πατέρας πρόλαβε να κλειδώσει και την πόρτα. Η Γκεστάπο χτύπησε, είδε ότι ήταν κλειδωμένα από μέσα, ποιος ξέρει τι σκέφτηκαν – μπορεί κάτι παράξενο για την κυρία του σπιτιού – και τελικά έφυγαν. Στο μεταξύ εγώ μέσα στη ντουλάπα άκουγα την καρδιά μου να χτυπάει. Μετά μάθαμε ότι δεν ήρθαν για εμάς αλλά για να επιτάξουν δωμάτια.

Αυτός ο Γερμανός γιατί κρατούσε τόσο φιλική στάση απέναντι στην οικογένεια;

Δεν μας είπαν ποτέ τι σχέση έχει με την οικογένεια. Θα φοβόταν εκείνος να μας το πουν εμάς. Εκείνος δεν ήξερε για τον πατέρα μου. Ήξερε ότι υπήρχε στο σπίτι μια μητέρα με τρία κορίτσια που ήρθε από την Αίγυπτο. Σας μεταφέρω ότι μας είπαν. Μπορώ να πω ότι μας έσωσε εκείνος. Όταν έφυγαν οι Γερμανοί, εξαφανίστηκε αλλά κι ούτε αναζητήσαμε ποτέ να μάθουμε τι είχε γίνει. Μπορεί να πήγε στο ανατολικό μέτωπο, μπορεί και να φοβόταν να πει ότι έσωσε μια οικογένεια Εβραίων.

Στις 16 Μαρτίου του 1943 γίνεται η πρώτη αποστολή Εβραίων στο Άουσβιτς. Τι εικόνες έχετε;

Εμείς ήμασταν ακόμη στο γκέτο. Μάθαμε ότι τους πήγαιναν στου Βαρόνου Χιρς, ήταν ένας σταθμός διαμετακόμισης. Εκεί τους φόρτωναν σε τρένα που ήταν για ζώα, τον ένα πάνω στον άλλο. Η πρώτη αποστολή ήταν μου φαίνεται 2.800 άνθρωποι. Όταν μάθαμε τι γινόταν ο πατέρας τρομοκρατήθηκε κι έψαξε να βρει πως θα διαφεύγαμε. Τότε ήρθε ο Γιώργος στο γκέτο και πρότεινε να μας πάρει σπίτι του, ώσπου να δούμε πως θα φύγουμε. Πάντως ακολούθησαν κι άλλες αποστολές. Αν δεν απατώμαι έγιναν πολλές μέσα σε ένα μήνα κι άδειασε το γκέτο, τουλάχιστον από Έλληνες. Γιατί υπήρχαν και Ιταλοί και Ισπανοί αλλά δεν τολμούσαν ακόμη να τους πειράξουν. Τους Έλληνες τους μάζευαν γειτονιά – γειτονιά. Άρχισε να σκορπάει ο τρόμος.

Τι λέγανε στους Εβραίους σε αυτή την πρώτη αποστολή;

Τους φόρτωναν σα ζώα και τους έλεγαν ότι τους πάνε στην Κρακοβία. Μια πόλη στην Πολωνία που φαντάζομαι είχε πολλούς εβραίους. Τους έλεγαν ότι εκεί θα ζήσουνε σύμφωνα με το κομουνιστικό ιδεώδες. Θα εργάζονται όλοι και θα είναι όλοι ίσοι στην εργασία και στη ζωή. Ο πατέρας μου είχε προτείνει τότε σε αρκετούς ανθρώπους – υπαλλήλους του μάλλον – να τους δώσει χρήματα να φύγουν στα βουνά με τους αντάρτες. Αλλά εκείνοι αρνήθηκαν γιατί είπαν: «αφού πάμε σε κομουνιστικό παράδεισο γιατί να φύγουμε;». Ψέματα μας έλεγαν παρά πολλά.

Μετά την πρώτη αποστολή έφτασαν νέα στην Ελλάδα για τα κρεματόρια;

Όχι βέβαια. Νέα για τα κρεματόρια δε μάθαμε ποτέ σ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Εμείς μείναμε κρυμμένοι όλο αυτό το διάστημα. Απελευθερωθήκαμε στις 26 Οκτώβρη του 1944. Αρκετό καιρό μετά έφτασε και ο πρώτος επιζών από τα στρατόπεδα. Λεγόταν Λέων Μπατίς. Μαζεύτηκαν τότε οι Εβραίοι, οι λίγοι που είχαμε απομείνει στη Θεσσαλονίκη – 70  όλοι κι όλοι – για να μάθουν τα νέα από τα στρατόπεδα. Όταν άρχισε να μιλάει ο Λέων Μπατίς οι άλλοι κοιτάζονταν και έλεγαν: «Είναι τρελός. Φαίνεται από την κούραση και τις κακουχίες, τρελάθηκε». Γιατί ο άνθρωπος άρχισε να μιλάει για φούρνους, για κρεματόρια και ομαδικούς τάφους. Βέβαια λίγο καιρό μετά άρχισαν να τα γράφουν αυτά και οι εφημερίδες. Οι γονείς μας, μας τις έκρυβαν. Δεν ήθελαν να μας τραυματίσουν γιατί ανάμεσα σε αυτούς που έφυγαν με τα τρένα ήταν και συγγενείς. Δυο γιαγιάδες, θείες, ξαδέρφια και φίλοι έφυγαν με τα βαγόνια. Χρειάστηκε να μεγαλώσουμε αρκετά και να ψάξουμε μόνες μας για να μάθουμε τι είχε γίνει σε αυτά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Περιγράφετε στο βιβλίο σας μια εικόνα με τον πατέρα σας να κλαίει…

Μαζεύανε τους εβραίους γειτονιά – γειτονιά από το γκέτο. Όταν μάθαμε ότι αδειάζουν μια ορισμένη γειτονιά κατάλαβε ο πατέρας μου ότι ήταν μέσα η μάνα του και η μάνα της μάνας μου. Είναι η μόνη φορά που είδα τον πατέρα μου να κλαίει. Δεν τον ξαναείδα να κλαίει έτσι άλλη φορά.

Την απελευθέρωση πως τη βιώνετε;

Στις 26 Οκτωβρίου του 1944 βγήκα για πρώτη φορά στο δρόμο. Ανέπνευσα αέρα κι άρχισα να τρέχω. Πήγα τρέχοντας να βρω τη φιλενάδα μου τη Μαρία. Ανέβηκα τα σκαλιά, χτύπησα στους Νεγρεπόντη. Μου άνοιξε η κυρία Νεγρεπόντη και δεν πίστευε στα μάτια της που με έβλεπε ζωντανή. Πήρε τηλέφωνο τη Μαρία που δεν ήταν εκεί να της πει ότι είμαι ζωντανή. Μετά έφυγα πάλι. Με αναγνώρισε ένας γείτονας και φώναξε Παρδάκη. Τρόμαξα τόσο που άκουσα το όνομά μου που άρχισα να τρέχω πάλι πίσω στην κρυψώνα μας. Από εκεί κι ύστερα η ζωή συνεχίστηκε. (…)

Πως βλέπετε την άνοδο της Χρυσής Αυγής; Έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε το πέρασμα φασισμού από τη χώρα μας;

Δεν ξέρω αν θέλω να κρίνω τους συμπατριώτες μου που ψήφισαν τη Χρυσή Αυγή. Ίσως δεν ήξεραν τι σημαίνει Χρυσή Αυγή, ίσως δεν ήξεραν τι είναι ναζισμός, αν και υπάρχουν ακόμη οι χήρες και τα ορφανά από τον όλεθρο του ναζισμού που έζησε και ο χριστιανικός πληθυσμός στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι τους ψήφισαν είτε από άγνοια είτε από ιδεοληψία. Ιδεοληψία είναι ένας όρος της ψυχιατρικής. Σημαίνει ότι λέγοντας το ίδιο πράγμα πολλές φορές, εμπεδώνεται στο υποσυνείδητο του ανθρώπου και γίνεται δεύτερη φύση του. Στην ιδεοληψία αυτή δικαιολογώ τους συμπολίτες μου. Και βέβαια οι ναζί άφησαν παρά πολλά λεφτά για τους νεοναζί. Και στο εξωτερικό. Σίγουρα τα φέρανε κι εδώ. Δεν θέλω να ανακατευτώ στην πολιτική. Αυτή η πολιτική δεν είναι πολιτική. Είναι όλεθρος.

Τότε αντιμετωπίσαμε το φασισμό με τα όπλα, σήμερα πώς θα τον αντιμετωπίσουμε;

Την ιδεοληψία μόνο με ιδεοληψία. Επαναλαμβάνοντας όσα ψέματα λένε εξαγοράζοντας τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Φανταστείτε ότι ο ναζισμός εξαγόρασε επιστήμονες που έκαναν πειράματα πάνω σε συνανθρώπους τους. Και σήμερα εξαγοράζουν και τους ιστορικούς. Σήμερα υπάρχουν ηγέτες κρατών που για πολιτικούς λόγους λένε ότι δεν υπήρξε Ολοκαύτωμα. Κι όμως το Άουσβιτς είναι εκεί, το μνημείο είναι εκεί, η γη από καμένες στάχτες των… θυμάτων είναι εκεί. Όλα τα πειστήρια του εγκλήματος είναι εκεί. Χώρια που υπάρχει και η δίκη της Νυρεμβέργης. Έγιναν δίκες και στην Ελλάδα. Ξέρετε ότι δικάσανε τον Μέρτεν, ο οποίος ήταν ο κύριος υπεύθυνος του αφανισμού του λαού της Θεσσαλονίκης. Με τα λεφτά εξαγοράζεις συνειδήσεις, με την ιδεοληψία αναποδογυρίζεις το εγώ των ανθρώπων. Αλλιώς δεν μπορώ να το εξηγήσω.

Επισκεφτήκατε ποτέ τα στρατόπεδα συγκέντρωσης… το Άουσβιτς, το Νταχάου;

Έχω επισκεφθεί το Άουσβιτς και το Μπιργκενάου και την Τρεμπλίνκα. Αυτά τα στρατόπεδα είναι φρικιαστικά. Στο Άουσβιτς έχουν κρατήσει τα μαλλιά, τις βαλίτσες, τα παιχνίδια – σε ειδικές βιτρίνες. Έχουν επίσης μουσεία για κάθε κράτος. Όταν πήγα εγώ υπήρχε και η Ελλάδα. Μετά εγκαταλείφθηκε και μετά ξανάγινε. Υπήρχαν διάφορα πειστήρια για τους Έλληνες εβραίους που αφανίστηκαν εκεί. Μετά θέλησα να πάω και στο Μπιργκενάου. Είναι καμιά 10αριά χιλιόμετρα από το Άουσβιτς. Οι ντόπιοι δεν θέλουν να πηγαίνουν τους τουρίστες εκεί. Αλλά εγώ επέμεινα και πήγα. Εκεί στο Μπιργκενάου ήταν τα κρεματόρια. Ήτανε οι παράγκες που ζούσανε οι αιχμάλωτοι σε κάτι ξύλινα κρεβάτια μ’ αχυρένια στρώματα. Και πήγα εκεί για να προσκυνήσω το μνημείο. Αυτό όμως που είδα ήταν ότι η γη δεν ήταν φαιά. Η γη ήταν γκρίζα. Ήταν η σκόνη από τα θύματα που είχαν κάψει οι ναζί μετά το κρεματόριο. Τους έβαζαν στο φούρνο και τους έκαιγαν. Πολλές από αυτές τις στάχτες τις σκορπούσαν στο Βίστουλα. Τις υπόλοιπες τις σκορπίσανε κάτω στη γη. Αυτή η εικόνα θα μου μείνει αξέχαστη ώσπου να φύγω από αυτή τη ζωή.://tvxs.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here