Η απαγόρευση του οπίου: Από φαυλότητα, έγκλημα

0

Η κατανάλωση οπίου ήταν κάποτε μια ανεκτή συνήθεια στη Νοτιοανατολική Ασία. Δεν ήταν παγκοσμίως αποδεκτή, αλλά δεν ήταν επίσης το απόλυτο κακό. Οι βασιλιάδες απαγόρευαν το όπιο, ωστόσο τα βασιλικά στρατεύματα μπορούσαν να λαμβάνουν προμήθειες, που κρίνονταν απαραίτητες για το ηθικό τους.

Οι θρησκευτικές αρχές απαγόρευαν το ναρκωτικό, αλλά ένας βουδιστής μοναχός στη Βιρμανία θα μπορούσε νόμιμα να το χρησιμοποιήσει κατά τη διάρκεια τελετουργιών τατουάζ. Το όπιο ήταν ένας «απειλητικός φίλος» για τους κατοίκους της Ιάβας, που θα μπορούσε αμέσως να τους οδηγήσει στην εξαθλίωση και να απαλύνει τον πόνο και τις δυσφορίες της ζωής. Σε όλο το αρχιπέλαγος της Μαλαισίας, οι πρεσβύτεροι των χωριών αποδοκίμαζαν τους καπνιστές οπίου ως τεμπέληδες και απαθείς, την ίδια στιγμή που στις κοινότητες τους κάπνιζαν όπιο σε ιδιωτικές κατοικίες, σε δημόσιες συγκεντρώσεις για να απολαύσουν αυτό που ένας Ευρωπαίος επισκέπτης αποκάλεσε ως «ένα γαργαλητό στο αίμα, μια ονειρεμένη απόλαυση… που δικαίως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια ευχαρίστηση πάρα πολύ μεγάλη για την ανθρώπινη φύση να την αντέξει».

Η Ντιάνα Κιμ, επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Τζόρτζταουν και συγγραφέας του βιβλίου Empires of Vice: The Rise of Opium Prohibition Across Di Southeast Asia (2020), παρουσιάζει στο aeon, μια αναδρομή στην ιστορία του οπίου, η χρήση του οποίου από φαυλότητα κατέληξε να χαρακτηριστεί έγκλημα. Ιστορία που εξελίσσεται παράλληλα με αυτή για την εξουσία της γραφειοκρατίας.
Η θέση του οπίου στην καθημερινή ζωή

Για αιώνες, η θέση του οπίου στην καθημερινή ζωή σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία είχε διαμορφωθεί μέσω ποικίλων πολιτικών, νομικών, θρησκευτικών και πολιτιστικών πρακτικών, οι οποίες καθιέρωσαν επίσης τα όρια της παράβασης με ευέλικτους τρόπους. Το κάπνισμα οπίου ήταν μια πρακτική με πολλές εφαρμογές – από αναλγητικό, θεραπευτικό φάρμακο και αφροδισιακό έως μια διεφθαρμένη συνήθεια και ανήθικη ευχαρίστηση. Η συνήθεια δεν ήταν απαραιτήτως διαδεδομένη, παρ’ όλα αυτά ήταν εκτεταμένη, ικανή να αγγίξει τις ζωές των ισχυρών και των πράων, των ευσεβών και των βλάσφημων, των πλουσίων και των φτωχών. Το ίδιο το όπιο θα μπορούσε να είναι «ταυτόχρονα πλουσιοπάροχο και να καταβροχθίζει τα πάντα, φιλεύσπλαχνο και καταστρεπτικό, υποστηρικτικό κι εκδικητικό», όπως ο Ινδός μυθιστοριογράφος Amitav Ghosh το έθεσε στο βιβλίο «Θάλασσα από παπαρούνες» (2014 – Καστανιώτης).

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η συνήθεια κατανάλωσης οπίου έγινε ένας πυλώνας πάνω στον οποίο κυβερνούσαν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, που αποίκησαν τη Νοτιοανατολική Ασία. Αυτοκρατορίες εμπορευματοποίησαν την πώληση του οπίου και ίδρυσαν αποικίες, που επωφελήθηκαν πάρα πολύ από την ευρεία κατανάλωση της ουσίας. Το 1819, μετά την ίδρυση της Σιγκαπούρης ως βρετανικής αποικίας, ο επικεφαλής διοικητικός αξιωματούχος William Farquhar καθιέρωσε ένα φόρο καλλιέργειας οπίου, που, μέχρι τη δεκαετία του 1850, αντιπροσώπευε πάνω από το 50% των τοπικά εισπραχθέντων εσόδων. Οι Βρετανοί χρησιμοποιούσαν τα έσοδα από το όπιο για να πληρώνουν το ρεύμα για το φάρο Horsburgh στη Σιγκαπούρη και για να συντηρούν τις πολυσύχναστες αποβάθρες του πολύτιμου λιμανιού και τη σημαντική ναυτική βάση. Στις Φιλιππίνες, το όπιο συνέβαλε στη διατήρηση του ισπανικού αποικιακού συστήματος δικαιοσύνης, παρέχοντας μισθούς σε όλους, «από τους ειρηνοδίκες μέχρι τους κτηματολόγους και τους συμβολαιογράφους». Από τα ολλανδικά καπνοπωλεία της Σουμάτρας και τα ορυχεία αργύρου της Βιρμανίας μέχρι τα ορυχεία κασσίτερου και τις φυτείες πιπεριού της Μαλαισίας, καταστήματα οπίου λειτουργούσαν επιτόπου, παρέχοντας στους εργάτες εύκολη πρόσβαση στο ναρκωτικό. Στη Σαϊγκόν, οι Γάλλοι διηύθυναν ένα εργοστάσιο παραγωγής οπίου με, όπως το περιέγραψε ο Γάλλος γιατρός Angélo Hesnard, «τεράστιες αίθουσες διάχυτες με την διαβόητη οσμή της “βραστής σοκολάτας”». Το εργοστάσιο προμήθευε το ναρκωτικό για καθημερινή κατανάλωση σε όλο το Βιετνάμ, την Καμπότζη και το Λάος.

Ωστόσο, στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, η μυρωδιά του οπίου απέκτησε μια δυσωδία. Το όπιο μετατράπηκε από μια δικαιολογημένη πηγή δημοσίων εσόδων σε έναν ολέθριο κίνδυνο, που καμία αξιοσέβαστη αυτοκρατορία δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει ως βάση εσόδων. Αποικιακά κράτη σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία άρχισαν να περιορίζουν την κατανάλωση οπίου δημιουργώντας μητρώα εξαρτημένων, συστήματα διανομής και ελέγχους τιμών. Οι καταστηματάρχες οπίου αντιμετώπισαν περιορισμούς αναφορικά με το σε ποιούς μπορούσαν να πουλήσουν το προϊόν τους, σε ποιά τιμή, σε ποιές ώρες της ημέρας, ενώ πολλοί πωλητές είδαν τις επιχειρήσεις τους να περνούν στον έλεγχο των αρχών, που είχαν εκδώσει τις άδειες πώλησης. Βαριές ποινές επιβλήθηκαν στους παραβάτες των νέων κανονισμών κατά του οπίου. Οι αυτοκρατορίες, που μοιράζονταν την περιοχή, υποσχέθηκαν να τερματίσουν τελικά το εμπόριο του οπίου εντελώς. Τέλος, το 1943, οι Βρετανοί, οι Ολλανδοί και οι Γάλλοι ανακοίνωσαν επίσημα την απόφασή τους ν’ απαγορεύσουν εντελώς το κάπνισμα οπίου στις αποικίες τους.

Η αξιοσημείωτη αντιστροφή του οπίου σε όλη τη Νοτιοανατολική Ασία – από φορολογικό θεμέλιο σε απαγορευμένο σύμβολο της ανυποληψίας – δεν είναι συχνά αντιληπτή, αλλά είναι ένα σημαντικό μέρος της σύγχρονης ιστορίας. Συνήθως, όταν οι άνθρωποι σκέφτονται αυτοκρατορίες και όπιο στην Ασία, επικεντρώνονται στη βρετανική Ινδία και την Κίνα, ειδικά τις εμπορικές σχέσεις τους και τους μεγάλους πολέμους οπίου του 1839-42 και 1856-60. Υπάρχουν εικόνες ενός ευτραφή Μανδαρίνου επί δυναστείας Τσίνγκ, που εξευτελίζεται από έναν ευρωπαίο αξιωματικό του ναυτικού ή έναν εξασθενισμένο Κινέζο καπνιστή οπίου, να μαραζώνει σε ένα σκοτεινό κρησφύγετο οπίου του Σαν Φρανσίσκο. Το 1928, ο Άγγλος συγγραφέας Rudyard Kipling περιέγραψε τις εσωτερικές λειτουργίες του εργοστασίου οπίου Ghazipur, το οποίο μεταμόρφωσε τα τεράστια χωράφια παπαρούνας του Benares «στο φάρμακο, το οποίο αποφέρει τόσο πολύ πλούτο στην ινδική κυβέρνηση».

Τις ιστορικές αλλαγές των «λανθασμένων» πρακτικών, όπως το γεγονός ότι μια χώρα επιβάλλει σε μια άλλη τη μαζική κατασκευή ενός ναρκωτικού με σκοπό το κέρδος της πρώτης, τις οφείλουμε στους ηθικούς σταυροφόρους, ιδιαίτερα στους εμπνευσμένους από την θρησκεία κοινωνικούς μεταρρυθμιστές, που έπεισαν τις ισχυρές δυνάμεις ότι το όπιο αποτέλεσε μια απαράδεκτη ηθική μάστιγα. Κι έτσι, ο κόσμος κατανόησε καλύτερα τους κινδύνους του εθισμού στα οπιούχα και τα κράτη συνεργάστηκαν για να προστατεύσουν την ανθρωπότητα από αυτό.

Αυτή η γνωστή ιστορία δεν είναι τόσο εσφαλμένη όσο είναι ελλιπής. Αφηγείται τη θριαμβευτική ιστορία της απαγόρευσης του οπίου με επίκεντρο την Κίνα, την Ινδία και την παρακμή του εμπορίου του. Αλλά υπάρχει μια πιο σκοτεινή ιστορία για τη Νοτιοανατολική Ασία, σχετικά με τον βασανιστικό τρόπο με τον οποίο τα αποικιακά κράτη, εθισμένα στα έσοδα από το όπιο, σταμάτησαν τη συνήθεια. Σε αντίθεση με την Ινδία, που ήταν υπό βρετανική κυριαρχία, η Νοτιοανατολική Ασία αποικιοποιήθηκε από πολλές ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες, που φορολόγησαν κι επωφελήθηκαν από την κατανάλωση του ναρκωτικού από τους ντόπιους κι όχι από την καλλιέργεια, την παραγωγή και την εξαγωγή του. Σε αντίθεση με την Κίνα, η μαζική εκλαΐκευση του οπίου σημειώθηκε στη Νοτιοανατολική Ασία υπό ξένη κυριαρχία. Οι Βρετανοί, οι Ολλανδοί, οι Γάλλοι και οι Ισπανοί δικαιολόγησαν την εμπορευματοποίηση του οπίου ότι εξυπηρέτησε τα συμφέροντα των αυτοχθόνων πληθυσμών καθώς και των Κινέζων και Ινδών μεταναστών, που βοήθησαν στην οικοδόμηση και τη διατήρηση μεγάλων αποικιοκρατικών βιομηχανιών. Με το να απαγορεύουν οι ίδιες δυνάμεις το ναρκωτικό συνεπάγονταν την αντιστροφή των οικονομικών θεμελίων της αποικιακής διακυβέρνησης στο εξωτερικό. Πώς ήταν δυνατόν αυτό;

Οι βασικοί πρωταγωνιστές ήταν απλοί γραφειοκράτες, που τοποθετήθηκαν στη Νοτιοανατολική Ασία για να διευθύνουν τις αποικίες. Κάνοντας αυτό που κάνουν οι αξιωματούχοι μεσαίου και χαμηλού επιπέδου σε καθημερινή βάση – εφαρμόζοντας πολιτικές, κρατώντας αρχεία – αναδιαμόρφωσαν τις εσωτερικές λειτουργίες των αποικιών, που σχετίζονταν με το όπιο. Είδαν το κάπνισμα οπίου ως ύποπτη συμπεριφορά, ενώ χώριζαν τους ανθρώπους ως συνήθεις καταναλωτές οπίου, τοξικομανείς και τελικά εγκληματίες. Ακύρωσαν συμφωνίες με επιχειρηματίες, που είχαν εισαγάγει όπιο για να προμηθεύσουν εργοστάσια οπίου, και επανέκδοσαν επίσημες συμβάσεις μόνο για λίγους εκλεκτούς, ενώ επεσήμαναν τους υπόλοιπους ως λαθρέμπορους. Τέτοιες μικρές πράξεις διοικητικής προσαρμογής ήταν η βάση μιας μεγάλης και αργής διαδικασίας απαγόρευσης του οπίου.

Είναι εύκολο να υποτιμούμε τους τοπικούς αξιωματούχους και το πεζό τους έργο. Μπορεί να φαίνεται σαν να εφάρμοζαν απλώς οδηγίες από τη μητροπολιτική Ευρώπη ή ότι απλά έδιναν συγκεκριμένη μορφή στην αφηρημένη αποφασιστικότητα των πολιτικών, ανώτερων γραφειοκρατών, διπλωματών και άλλων ανώτερων στελεχών της αυτοκρατορίας. Αλλά αυτό θα ήταν ένα σοβαρό λάθος. Η έρευνά δείχνει πώς οι τοπικοί αξιωματούχοι έκαναν έντονες διακρίσεις, που επηρέασαν την πορεία της ιστορίας. Μελετώντας τα διοικητικά αρχεία των βρετανικών και γαλλικών μονοπωλίων οπίου για αποικίες, που είναι η σημερινή Καμπότζη, το Λάος, η Μαλαισία, η Μιανμάρ, η Σιγκαπούρη και το Βιετνάμ, φαίνεται πώς αυτοί οι γραφειοκράτες σχεδίασαν μεταρρυθμίσεις κατά του οπίου, που ξεπέρασαν κατά πολύ τους ανωτέρους τους, τους σταυροφόρους της ηθικής ή τη διεθνή κοινότητα. Αυτοί οι κρατικοί παράγοντες ανέπτυξαν συνηθισμένες φιλοσοφίες σχετικά με το πώς πρέπει να διοικείται ένα κράτος, τη νομιμότητα της εξουσίας του καθώς και τη φύση της ανηθικότητας και την κατάλληλη ρύθμισή της. Βασίστηκαν στις συσσωρευμένες διοικητικές γνώσεις τους και τις απόψεις τους σχετικά με τον κατάλληλο τρόπο διαχείρισης της κατανάλωσης οπίου ως ιδιόμορφης ανηθικότητας μεταξύ άλλων.

Η περίπτωση Σμίτον

Ο Ντόναλντ Μακένζι Σμίτον ήταν Βρετανός γραφειοκράτης, που είχε τοποθετηθεί στη Βιρμανία από το 1879. Υπολόγισε ότι σχεδόν το 11% του πληθυσμού της Κάτω Βιρμανίας επλήγη από το κάπνισμα οπίου. Ο Σμίτον χρησιμοποίησε τον όρο «ηθικά κατεστραμμένοι» για να κατηγοριοποιήσει τέτοια αποικιακά θέματα. Αυτή η αλλαγή του λόγου και οι ποσοτικές εκτιμήσεις του Σμίτον για τις επιπτώσεις του οπίου, θα διαδραματίσουν ισχυρό ρόλο στην καθοδήγηση του βρετανικού αποικιακού κράτους προς την απαγόρευση της λαϊκής κατανάλωσής του το 1894, την πρώτη μεταρρύθμιση κατά του οπίου σε μια ευρωπαϊκή αποικία στη Νοτιοανατολική Ασία.

Ο Σμίτον ξεκίνησε υπολογίζοντας τον αριθμό των χρηστών οπίου στη περιοχή δικαιοδοσίας του, χρησιμοποιώντας δύο πηγές: στατιστικά αρχεία από τις φυλακές της Βιρμανίας από τη δεκαετία του 1870 και μια έρευνα σε ολόκληρη την αποικία για τους χρήστες οπίου. Με βάση αυτά τα επίσημα αρχεία, ο Σμίτον εκτίμησε ότι υπήρχαν περίπου 85.000 ενήλικοι Βιρμανοί άνδρες, που χρησιμοποιούσαν όπιο, το οποίο ήταν λιγότερο από το 1% του συνολικού πληθυσμού. Υποστήριξε, όμως, ότι ο αριθμός αυτός έδειχνε μόνο τους «πιο διαβόητους καταναλωτές». Ο Σμίτον ήταν ένας αξιωματούχος, που έδινε σημασία σε αυτό που πίστευαν οι συνάδελφοί του, όπως ο επίτροπος του Αρακάν που είχε «μακρά και στενή γνωριμία με την επαρχία και τον λαό της Βιρμανίας που είχε καταμετρηθεί για την έρευνα». Ο επίτροπος ήταν «πεπεισμένος ότι ο αριθμός των ατόμων, που καταναλώνουν όπιο, είναι πολύ υψηλότερος». Ο Σμίτον συμφώνησε.

Έτσι, ο Σμίτον διπλασίασε την εκτίμησή του: το ποσοστό του πληθυσμού της Βιρμανίας που κατανάλωνε τακτικά όπιο έγινε 2%.

Στη συνέχεια, ο Σμίτον ήθελε να κατανοήσει τον αντίκτυπο της κατανάλωσης οπίου. Υπέθεσε ότι οι 85.000 Βιρμανοί χρήστες οπίου ήταν οικογενειάρχες και σύμφωνα με τις απογραφές πληθυσμού ο μέσος όρος μιας βιρμανικής οικογένειας ανέρχεται σε περίπου πέντε άτομα. O αριθμός των ανθρώπων, που επλήγησαν από το όπιο, λοιπόν, πενταπλασιάστηκε από τον Σμίτον εύκολα και γρήγορα.

Οι εκτιμήσεις του Σμίτον δεν ήταν εντελώς αυθαίρετες. Ο ίδιος δήλωσε: «Έκανα τον κόπο να συμβουλευτώ εκείνους που είχαν μεγάλη εμπειρία από τους ανθρώπους και οι οποίοι είχαν την εμπιστοσύνη των ιερέων και των κοσμικών”, εκτός από τις εκθέσεις άλλων Βρετανών αξιωματούχων. Υπήρχαν κοινά προβλήματα σε πολλά μέρη:

37 ετών, ήταν ένας ισχυρός άνθρωπος πριν από 13 χρόνια. Στη συνέχεια, εθίστηκε στο όπιο και είναι τώρα ακατάλληλος για συνήθη εργασία. Τον συντηρούν οι γονείς του και δεν κάνει τίποτα.
πρώην υπάλληλος του δημάρχου … δύο χρόνια αφ’ ότου ξεκίνησε το όπιο, δεν μπορούσε να εκτελέσει τα καθήκοντά του, έτσι απολύθηκε … και συντηρούνταν από τη σύζυγό του. Έγινε ζητιάνος και πέθανε από δυσεντερία οπίου μετά από 10 χρόνια. Θάφτηκε με έξοδα των χωρικών.
Άλλοι έχασαν τη δουλειά τους, και ένας σχετίστηκε με κλέφτες και διέπραξε κι ο ίδιος κλοπή. Φυλακίστηκε πολλές φορές και πέθανε από δυσεντερία οπίου όταν ήταν 50 ετών. Θάφτηκε με έξοδα των χωρικών.

Ο Σμίτον είδε ένα μοτίβο, μια φθίνουσα πορεία των Βιρμανών, που ακολουθούσε την κατανάλωση οπίου. Το όπιο έβλαψε τις οικογένειες των χρηστών, τους αγαπημένους τους, τους γείτονες και τις κοινότητες.

Ο Σμίτον αναγνώρισε ότι οι έμμεσες αυτές συνέπειες δεν ήταν άμεσες αποδείξεις βλάβης. Αν και οι πλούσια περιγραφικές παρατηρήσεις μετέφεραν μια αίσθηση των τραυμάτων, που προκλήθηκαν από την κατανάλωση οπίου, ήταν γεμάτες με ασαφείς όρους. Για παράδειγμα, η φυλακή του Akyab, η μεγαλύτερη στην αποικία, έδωσε έναν μακρύ κατάλογο χαρακτηριστικών των κρατούμενων που κάπνιζαν όπιο, συμπεριλαμβανομένης της «αποστέωσης», της «αδυναμίας», της «ανικανότητας» και των «περιπλανώμενων σκέψεων». Οι τοπικοί αξιωματούχοι κατηγοριοποίησαν τους Βιρμανούς καταναλωτές οπίου με βάση τις «επιβλαβείς συνέπειες», με το αν «υποφέρουν σωματικά ή διανοητικά» ή «οδηγούνται στο έγκλημα» και αν «φημολογείται ότι είναι κλέφτες». Μια τέτοια ακατάστατη γλώσσα δύσκολα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στα επίσημα πρακτικά.

Έτσι, ο Σμίτον αποφάσισε να δαμάσει τις δυσκίνητες λεπτομέρειες κάτω από τη γενική ετικέτα «ηθικά κατεστραμμένοι». Εξισώνει την κατανάλωση οπίου μεταξύ των Βιρμανών ως βλάβη που έγινε στις οικογένειες ή που θα συμβεί σύντομα. Κατέληξε στο τελευταίο βήμα της αξιολόγησής του, συμπεραίνοντας ότι τουλάχιστον «το 11% των οικογενειών στη Βιρμανία έχουν πατέρα που καταναλώνει όπιο». Η εκτίμηση αυτή δημοσιεύθηκε στο «Σημείωμα του Οικονομικού Επιτρόπου σχετικά με τον βαθμό κατανάλωσης οπίου στη Βιρμανία και τις επιπτώσεις του φαρμάκου στον λαό» (1891).

Οι λέξεις έχουν δύναμη. Οι αριθμοί βοηθούν. Πολύ σύντομα, οι υπολογισμοί του Σμίτον έγιναν επίσημο δεδομένο για την αποικιακή πραγματικότητα. Η βρετανική κυβέρνηση της Ινδίας αναγνώρισε, ως απόδειξη έκτακτων περιστάσεων στη Βιρμανία, ότι τουλάχιστον ένας στους 10 υπηκόους επλήγη από την κατανάλωση οπίου. Αυτό επέτρεψε την πρώτη επίσημη απαγόρευση της λαϊκής κατανάλωσης στη Νοτιοανατολική Ασία υπό ευρωπαϊκή κυριαρχία. Η φράση του Σμίτον «ηθικά κατεστραμμένοι» χρησίμευσε ως επίσημη επικεφαλίδα σε στατιστικούς πίνακες, που απαριθμούσαν και ταξινομούσαν τους Βιρμανούς καταναλωτές οπίου. Η γλώσσα αιχμαλώτισε περαιτέρω τη φαντασία των ανώτερων γραφειοκρατών και των πολιτικών της βρετανικής αυτοκρατορίας καθώς επίσης και των μέσων ενημέρωσης, των ακτιβιστών και των κοινωνικών μεταρρυθμιστών. Μερικοί, όπως ο βουλευτής Joshua Rowntree, το γιόρτασαν ως έγκυρη δήλωση ενός εμπειρογνώμονα για τους κινδύνους του οπίου για τους μη Ευρωπαίους. Στη Βιρμανία, έγραφε ο Rowntree, «το έγκλημα είναι η επίδραση της κατανάλωσης οπίου, και όχι η αιτία».

Άλλοι διαφώνησαν. «Δεν νομίζετε ότι ο τίτλος “Σωματικά ή ηθικά κατεστραμμένοι” είναι υπερβολικός;» Ο Σμίτον κλήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1893 από μια Βασιλική Επιτροπή Οπίου, η οποία βρήκε «εξωφρενική την υπόθεση» ότι το όπιο οδήγησε στο έγκλημα ή σε τάσεις για έγκλημα; Μήπως, πρότεινε η επιτροπή, ήταν το αντίστροφο; Μήπως οι εγκληματίες είναι πιο επιρρεπείς στη χρήση οπίου και η Βιρμανία να αντιμετωπίζει απλώς υψηλότερα ποσοστά εγκληματικότητας γενικά;

Ο Σμίτον απάντησε χωρίς να προβάλει αντιρρήσεις: «Αυτό που ονομάζετε αποτέλεσμα είναι η αιτία». Στη Βιρμανία, επέμεινε, «το έγκλημα είναι η επίδραση της κατανάλωσης οπίου και όχι η αιτία».

Τι μπορούμε να καταλάβουμε γι’ αυτό τον άνθρωπο; Ως άτομο, ο Σμίτον δεν ήταν ούτε ανίκανος ούτε κακεντρεχής. Ακριβώς το αντίθετο. Εκείνη την εποχή, ήταν οικονομικός επίτροπος της Βιρμανίας, είχε υπηρετήσει στην ινδική δημόσια διοίκηση για περισσότερα από 20 χρόνια, αργότερα υπηρέτησε ως μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου της Βιρμανίας, και μετά τη συνταξιοδότησή του έγινε βουλευτής του Σέρλινγκ, στη Σκωτία. Ο Σμίτον ήταν επικριτής της βρετανικής πολιτικής οπίου στην Ασία, δήλωνε μέλος ενός ενάρετου κατά κάποιο τρόπο «τάγματος της αντιπολίτευσης». Πίστευε ότι είχε βοηθήσει στην προστασία του λαού της Βιρμανίας πείθοντας τον επικεφαλής επίτροπο της αποικίας να απαγορεύσει το όπιο. Σε ομιλία του ενώπιον της Εταιρείας για την Καταστολή του Εμπορίου Οπίου, ο Σμίτον εξήγησε αργότερα:

«Όταν ο Σερ Μακένζι έλαβε την έκθεσή μου, κατάλαβε ότι υπήρχε ανάγκη για δραστικές ενέργειες … Θεωρούσε την υπόθεση τόσο ισχυρή, το κακό τόσο μεγάλο και την καταστροφή, που επέφερε στους νέους της χώρας, τόσο σοβαρή, που η απαγόρευση ήταν απαραίτητη».

Ωστόσο, υπάρχει ένα είδος εμπάθειας σε αυτό που έκανε ο Σμίτον. Η ετικέτα που δημιούργησε προσδιόρισε έναν ολόκληρο λαό ως επιρρεπή στην ηθική καταστροφή με έναν τρόπο που βασιζόταν στο ρατσισμό. Στιγμάτισε τους Βιρμανούς περιγράφοντας την κατανάλωση οπίου ως κάτι που οδηγεί σε επαίσχυντη αδυναμία και ταλαιπωρία με τρόπους που δεν ίσχυαν για τους Ευρωπαίους. Επιπλέον, ο όρος «ηθικά κατεστραμμένοι», δεν περιέγραφε σωστά το πρόβλημα.

Οι ιστορικοί της Νοτιοανατολικής Ασίας διαφωνούν για το πότε και πώς ξεκίνησε το κάπνισμα οπίου και αν ήταν μια δημοφιλής πρακτική πριν από την ευρωπαϊκή κυριαρχία. Ωστόσο, οι περισσότεροι αναγνωρίζουν ότι το όπιο είχε ήδη μια περίπλοκη θέση στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ήταν κοινό στους μετανάστες εργάτες από την Κίνα από τα τέλη του 17ου αιώνα, η οποία αρχικά είχε ως στόχο την παραγωγή κασσίτερου, χρυσού, πιπεριού και ζάχαρης για την κινεζική αγορά, και τελικά συνέβαλε στην ανάπτυξη του κινεζικού καπιταλισμού στη Νοτιοανατολική Ασία. Σημαντικές μελέτες τονίζουν πώς το όπιο ήταν ταυτόχρονα ένα εμπόρευμα πολυτελείας, ένα παυσίπονο και ένα μέσο αύξησης της παραγωγικότητας. Επίσης, στα λογοτεχνικά κείμενα και την λαϊκή σοφία, η κατανάλωση οπίου είχε από καιρό δημιουργήσει καχυποψία.

Αλλά μέσω της αναγνώρισης και της περιγραφής ενός γραφειοκράτη, αυτό το ευρύ φάσμα της ανθρώπινης εμπειρίας με το όπιο στη Νοτιοανατολική Ασία περιορίστηκε και παγιώθηκε σε κάτι τραγικό και τρομερό. Μια κάποτε ανεκτή κακή συνήθεια έγινε επίσημο έγκλημα. Ο Σμίτον δεν ήταν ένας αλαζόνας άνθρωπος αλλά το διοικητικό έργο, που έκανε, προϋπέθετε ειδικές γνώσεις για την πραγματική ζωή των άλλων και την ικανότητα να μιλήσει εκ μέρους τους.

Προσωπικότητες όπως ο Σμίτον θέτουν ερωτήματα για το πώς κατανοούμε το παρελθόν και, γενικότερα, κρίνουμε τη συμπεριφορά των γραφειοκρατών που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία των κρατών και των αυτοκρατοριών.

Σε ένα βαθμό, οι ενδιάμεσοι και χαμηλού επιπέδου αξιωματούχοι, που ενήργησαν, μίλησαν και έγραψαν όπως ο Σμίτον, αντιπροσωπεύουν τα βασικά γρανάζια στις κρατικές και αυτοκρατορικές μηχανές. Βοήθησαν να διατηρηθούν δύο μέτρα και δύο σταθμά για τους ασιατικούς πληθυσμούς, που δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν στη μητροπολιτική Ευρώπη. Αυτές οι διαφορετικές κυβερνητικές πρακτικές οδήγησαν σε κοινωνικά αποτελέσματα, που στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν ως πρόσχημα φυλετικής διαφοράς και αποικιακής κατωτερότητας. Η Βρετανία, για παράδειγμα, είχε περιορίσει την πώληση οπίου σύμφωνα με το φαρμακευτικό νόμο του 1868, ακολουθούμενο από την απαγόρευση βάσει του νόμου για την υπεράσπιση του βασιλείου (40B) του 1916 και του νόμου περί επικίνδυνων ναρκωτικών του 1920. Αλλά τέτοιοι εθνικοί νόμοι δεν είχαν αυτοκρατορική εμβέλεια. Ομοίως, στη Γαλλία, διατάγματα ορόσημο κατά του οπίου εξαιρούσαν την Ινδοκίνα όπου, όπως ο υπουργός των αποικιών αναγνώρισε το 1916, «η αυστηρή και άμεση εφαρμογή τους … θα έθετε σε κίνδυνο την ισοσκέλιση του προϋπολογισμού, μια διαταραχή που πρέπει να ληφθεί υπόψη». Είναι εύκολο να επιχειρηματολογήσει κανείς όσον αφορά την ευθύνη, και την ενοχή. Πόση ευθύνη είχαν οι αξιωματούχοι, που «απλώς» είχαν την υποχρέωση να λειτουργεί το σύστημα, που εισήγαγαν διακρίσεις; Πόσο ηθελημένη, πόσο σκόπιμη ήταν η συμπεριφορά τους; Πόση σημασία έχει η πρόθεση; Τα γρανάζια της αυτοκρατορικής εξουσίας θα είχαν κινηθεί διαφορετικά, αν οι αξιωματούχοι είχαν ενεργήσει διαφορετικά;

Στα γραφειοκρατικά συστήματα, υπάρχουν φαινομενικά ήσσονος σημασίας αξιωματούχοι, που ασκούν τεράστια εξουσία.

Σε άλλο επίπεδο, οι γραφειοκράτες είναι προϊόντα της εποχής τους. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1890, όταν ο Σμίτον καθόριζε το «ηθικά κατεστραμμένο» στη Βιρμανία, οι επιστημονικές γνώσεις σχετικά με τις εθιστικές ιδιότητες του οπίου εξακολουθούσαν να εξελίσσονται. Σε αυτό το σημείο, η γερμανική φαρμακευτική εταιρεία Bayer είχε αρχίσει να πωλεί το εξαιρετικά εθιστικό συνθετικό διακετυλομορφίνη, με την εμπορική ονομασία της ηρωίνης. Τα διεθνή συστήματα ελέγχου των ναρκωτικών, που αναγνωρίζουμε σήμερα, με τη «σωστή» προσέγγιση για τον περιορισμό του νόμιμου οπίου για ιατρική χρήση, δεν είχαν ακόμη διαμορφωθεί. Η συνεδρίαση της Επιτροπής Οπίου της Σαγκάης το 1909 και η Διεθνής Σύμβαση Οπίου στη Χάγη το 1912 – γεγονότα ορόσημο για την πολυμερή συνεργασία κατά του εμπορίου οπίου – θα συνέβαιναν μετά από μια δεκαετία. Είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε ότι αυτό, που τώρα αντιλαμβανόμαστε ως κίνδυνο και ανηθικότητα των ναρκωτικών, δεν ήταν προφανές για τους ανθρώπους στο παρελθόν και μπορούμε να αναρωτηθούμε: γνωρίζοντας αυτό που ήξεραν, ήταν οι αποφάσεις και οι ενέργειές τους λογικές, ήταν ηθικές; Τι ήταν προβλέψιμο τότε, και πόσο οι δικές μας προκαταλήψεις, διαμορφώνουν τις επιλογές μας;

Αυτές είναι οι ουσιώδεις λεπτομέρειες πίσω από αυτό που ο πολιτικός επιστήμονας James Scott το 1998 αποκάλεσε για την γραφειοκρατία ότι «μοιάζει σαν ένα κράτος». Μέσα στα γραφειοκρατικά συστήματα, αποικιακά και άλλα, υπάρχουν φαινομενικά δευτερεύοντες αξιωματούχοι, που ασκούν τεράστια εξουσία – πάνω από την παραγωγή λέξεων, αριθμών, αληθειών και αναληθειών, που εμφανίζονται στα κυβερνητικά αρχεία. Μπορούν, επίσης, να κατασκευάσουν ιστορικά γεγονότα – όπως την κακή συνήθεια του καπνίσματος οπίου στη Νοτιοανατολική Ασία ως έγκλημα – που αναφέρονται επίσημα κι είναι διαθέσιμα για μαζική κατανάλωση, χειραγώγηση και ως όργανα.

Η διακριτική εξουσία εντός των γραφειοκρατιών έχει συνήθως αρνητική χροιά, από την παραπλάνηση των ανωτέρων και την αποφυγή ευθυνών, μέχρι την αύξηση του πλούτου και την ολοκληρωτική διαφθορά. Ωστόσο, η διακριτική ευχέρεια, που έχουν οι αξιωματούχοι σε καθημερινή βάση, στοχεύει στην άμβλυνση των μικρών εντάσεων, την κάλυψη κενών στην πληροφόρηση, την διαχείριση αιφνίδιων κρίσεων, προκειμένου να διατηρηθεί η λειτουργία του κράτους. Τα βαρετά καθήκοντα της τήρησης αρχείων και της γραφειοκρατίας μπορούν να γίνουν ερμηνευτικές πράξεις, καθώς οι φορείς προβληματίζονται με τα αντικείμενα, που χρήζουν ρύθμισης και αυτοπροσδιορίζονται, γιατί το έργο τους είναι σημαντικό, απαραίτητο και όντως πολύτιμο.

Ο πολιτικός θεωρητικός Bernardo Zacka δείχνει πώς, στα δημοκρατικά κράτη, οι χαμηλόβαθμοι γραφειοκράτες αναπτύσσουν ηθικές διαθέσεις ενώ εργάζονται σε δύσκολα περιβάλλοντα με αντικρουόμενες κανονιστικές απαιτήσεις. «Ως εργαζόμενοι πρώτης γραμμής στις δημόσιες υπηρεσίες, είναι καταδικασμένοι να είναι μάρτυρες ορισμένων από τα πιο πιεστικά προβλήματα της κοινωνίας χωρίς να είναι εξοπλισμένοι με τους πόρους ή τις αρχές, που απαιτούνται, για την οριστική αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων. Οι ηθικές διαστάσεις της διοικητικής εργασίας είναι πιο δύσκολο να διακριθούν σε περιβάλλοντα, όπως ένα αποικιακό κράτος, που θεσμοθετεί επίσημα τις φυλετικές, εθνοτικές και ταξικές ανισότητες. Ωστόσο, όσο περισσότερο εξετάζουμε το έργο των ατόμων, που εκτελούν καθημερινή κρατική διοίκηση, τόσο περισσότερο είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίζουμε μια μορφή ηθικής υπηρεσίας που έχει νόημα με έναν άβολο τρόπο. Όσο καλύτερα κατανοούμε τα δυσεπίλυτα προβλήματα, που αγωνίζονται να λύσουν, τόσο περισσότερο καταλήγουμε να αντιμετωπίζουμε την εφευρετικότητα και τη δημιουργικότητα που μπορούν να ασκήσουν οι γραφειοκράτες», γράφει στο βιβλίο του «Όταν το κράτος συναντά τον πολίτη».

Αλλά γιατί είναι αυτό ανεπιθύμητο; Γιατί είναι δυσάρεστο να βρίσκεις κάτι «καλό» σε «κακούς» παράγοντες; Η κριτική ανάλυση των ιστορικών γεγονότων μας βοηθά να αποφύγουμε να καταλάβουμε γιατί ακριβώς αισθανόμαστε έτσι για τους κρατικούς υπαλλήλους; Αυτές είναι ερωτήσεις για το πώς να κρίνουμε τους άλλους και τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα. Είναι εύκολο είτε να καταδικάσουμε είτε να συγχωρήσουμε. Είναι επίσης δελεαστικό να αποσυρθούμε εντελώς, είτε για να αποφευχθεί η προσωπική δυσφορία των ισχυρών συναισθημάτων ή οι ακατέργαστες αποπλανήσεις του ηθικού σχετικισμού. Αλλά υπάρχει μια μεγάλη γκρίζα ζώνη στο μεταξύ. Αυτός ο χώρος είναι ανησυχητικός, και μάλιστα δύσκολος χώρος για να σκεφτείς και να αισθανθείς. Ωστόσο, σε σύγκριση με τις εναλλακτικές λύσεις, σίγουρα η πιο εμπεριστατωμένη προσέγγιση είναι να αμφισβητήσουμε τις δικές μας πεποιθήσεις πριν τολμήσουμε να κρίνουμε τους άλλους. Είναι το είδος της ενσυναίσθησης με την οποία θα θέλαμε να ελπίζουμε ότι οι ιστορικοί του μέλλοντος θα κρίνουν εμάς και το ρόλο μας στις δικές μας δύσκολες στιγμές.

tvxs.gr/

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here