Η γιαγιά και το κατσικάκι

0

Γράφει η Ευγενία Τετώρου

Με  ξεχωριστή αγάπη και σεβασμό προς την τιμημένη τρίτη ηλικία, καθώς και την  ανάγκη  της προστασίας και σεβασμού της αξίας των ζώων στον κόσμο μας.

Η γιαγιά καθότανε σε ένα σκαμνί ώρες πολλές και κοιτούσε ψηλά πάνω από τη μουριά, που ήταν το δέντρο στην αυλή της. Κάθε φορά που  με έβλεπε, μου έγνεφε χαμογελώντας, «Έλα κάθισε, να μου κάνεις παρεείτσα.»

Μόλις καθόμουνα στο σκαμνάκι δίπλα της, σηκωνόταν αυτομάτως για να με» φιλέψει». Μόνο εκείνη ήξερε να χρησιμοποιεί αυτή την λέξη και μετά ποτέ δεν την ξανάκουσα, αν και προσωπικά , ακολούθησα το παράδειγμά της.

Σηκωνόταν κι έμπαινε στο κουζινάκι της για να μου φέρει κάτι , για να με ‘φιλέψει’. Σαν να ζούσε για αυτή τη στιγμή.  Θυμάμαι  να βγαίνει, κρατώντας  πότε  ένα κουτάκι με λουκούμια και  πότε μια μικρή συσκευασία τετράγωνη, που κυκλοφορούσε τότε, με μπισκοτάκια ‘Μιράντα Παπαδοπούλου’. θυμάμαι να κάθομαι δίπλα της ,παιδάκι εγώ, για να μην την στενοχωρήσω  και να ακούσω τις ίδιες ιστορίες που μου έλεγε, ξανά και ξανά, σαν να ταν πάντα, η πρώτη φορά, αφού  ήξερα πως πάλι θα μου  έλεγε τις ίδιες. Μα έμενα πλάι της, με όρεξη, να τις  ακούσω ξανά… γιατί την αγαπούσα.

Θυμόταν με ιστορίες, τα δύσκολα  και σκληρά παιδικά  χρόνια της, το  πώς έζησε, πώς επέζησε, να το πούμε καλύτερα.. Κι έζησε καθετί τραγικό. Απ’ την πικρή ορφάνια, όπου είχε να πει με πόνο, για τον άδικο χαμό της μάνας της, που απεβίωσε κατά την δική της γέννα, όπως οι παλαιότερες γυναίκες, της το διηγήθηκαν. Έπειτα για την έλλειψη του πατέρα, που δουλεύοντας για χρόνια στην ξενιτιά, για να ζήσει τη νέα του οικογένεια, πώς εκείνη βίωνε την κακοποίηση της κλασσικής τότε μητριάς κι ύστερα που η ζωή της, την έφερε πλάι σε έναν άντρα βάναυσο, για να φτάσουμε στο σήμερα…

Για το σήμερα, που ο Μεγαλοδύναμος Θεός  της χάρισε ίσως εμένα, την εγγονή, που’ ναι» η παρεείτσα της», μετά και από τον θάνατο του παππού, που την άφησε εντελώς μόνη.  Την κοιτούσα και τη θαύμαζα, γιατί σήκωνε σιωπηλά τον σταυρό της, είχε τόση αγάπη μέσα της, πίστευε στο Θεό και στο δίκιο. Παρά την απλότητα κι αγραμματοσύνη της, ποτέ δεν θέλησε το κακό για κανέναν.

-Καημένη γιαγιά, όταν πέθανε ο παππούς, παρ’ όλα τα βάσανα, που έζησες τόσα χρόνια κοντά του, κάτι άλλαξε σε εσένα.

Πηγαίναμε στον τάφο του παππού  κι η γιαγιά έκλαιγε για τον πατέρα της που χάθηκε στην ξενιτιά και ξαναζούσε έντονα τον δικό του χαμό. Όταν της λέγαμε,  πως δεν πέθανε ο πατέρας σου τώρα, αλλά ο άντρας σου,ο παππούς, αυτή απαντούσε καταφατικά, αλλά φάνηκε γρήγορα πως δεν καταλάβαινε τί της λέγαμε. Τότε ξεκίνησε να φεύγει κι απ’το σπίτι της, για να πάει όπως έλεγε, στο πατρικό της.

‘»Τί θέλω εγώ, εδώ, πρέπει να πάω στο σπίτι μου», μας έλεγε κι όλο προσπαθούσαμε να της αλλάξουμε γνώμη. Πολλές φορές κινδύνεψε, προσπαθώντας να σκαρφαλώσει στην μάντρα με σκάλα, γιατί πείσμωνε που κλειδώναμε και δεν την αφήναμε να βγει έξω μόνη της, για να πάει.

-Καημένη γιαγιά, έβλεπες την μητέρα μου που ήταν  δική σου κόρη κι έλεγες, ‘»καλώς τη γειτόνισσα.» Ήμουνα έντεκα χρονών τότε κι ήταν η πρώτη φορά που άκουγα από  γιατρό την λέξη ‘άνοια.’  Ποτέ δεν φανταζόμουν πως υπήρχε  τέτοια νόσος, μα από όλες τις άλλες, μου φάνηκε αυτή, η καταστροφικότερη. Αντί να ξεκουράζεται ένας άνθρωπος,  σε   προχωρημένη ηλικία, να τον γελά ο νους του και να καταλήγει να ζει μέσα σε ένα λαβύρινθο, έτσι το ένιωθα.

Τότε ήταν που μεγαλώναμε ένα κουταβάκι μικρό, την Ήρα. Ήταν το πρώτο που αποκτήσαμε. Τόσο γλυκό κι έξυπνο! Γυάλιζε το μαύρο τρίχωμά του και με λίγο γάλα που έπινε, μέρα με τη μέρα, μεγάλωνε μπροστά στα μάτια μας. Μια μέρα βλέπω τη γιαγιά μου να βγαίνει  στην αυλή της και να πιάνει το λουράκι του κουταβιού και να το δένει στον ήλιο για να λιαστεί, όπως είπε. Την παρατηρούσα για να δω τί θα κάνει κι αμέσως μετά, τού δεσε κλαδιά από ελιά σε στύλο, και τού’πε δυνατά: ‘φάε τώρα, κατσικάκι μου.»

Όσες φορές κι αν της είπα,» γιαγιά, αυτό δεν είναι κατσικάκι, αλλά σκυλάκι,» καθόλου δεν θύμωνε, μα έβλεπα πως δεν με καταλαβαίνει. Περνούσε ο καιρός κι εμείς τη βλέπαμε με πόση αγάπη προσπαθούσε να φροντίσει το σκυλάκι. Κι εκείνο την συνήθισε. Την έβλεπε και διπλωνόταν μέσα στα πόδια της, πλησίαζε να φάει, μα πάντα αποτραβιόταν μετά, καθώς έβλεπε πως ό,τι τού βαζε η γιαγιά να φάει, δεν τρωγόταν, γιατί απλά, δεν ήταν τροφή για σκυλιά.

Η  Ήρα μεγάλωσε πολύ κι έμαθε να μας αγαπά όλους, ως οικογένεια, γιατί την φροντίζαμε, μα έμαθε κι από βαθύ ένστικτο πως κι η γιαγιά την αγαπούσε κι εκείνη λες και συνδέθηκε μαζί της σιωπηλά, με μυστικό κώδικα και με κατανόηση.

Τελευταία, καθόμασταν  με την αγαπημένη γιαγιά ,όπως πάντα και μου έλεγε τις ίδιες ιστορίες, μόνο που  ξαναζούσε η ίδια στα παιδικά της χρόνια  κι εκεί που κοίταζε ψηλά προς την μουριά της , έβλεπε κάποτε- κάποτε πρόσωπα, που την κοιτούσαν ή της μιλούσαν.» Κοίτα αυτός πού κάθεται! Πώς ανεβαίνει εκεί πάνω΄?» Προσπαθούσα κι ήθελα να την καταλάβω,γιατί την αγαπούσα κι αντίρρηση,ποτέ δεν της έφερνα.

Η γιαγιά κάποτε έφυγε από κοντά μας. Στην κηδεία της, βρέθηκα να τρέχω για  τόσα θελήματα, γιατί ήμουν η μικρότερη κι έπρεπε να βοηθάω στις αναγκαίες ετοιμασίες. Τα χρόνια εκείνα, μια κηδεία ήταν υπόθεση πολλών χεριών, που χρειάζονταν για να πραγματοποιηθεί. Δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή για αυτό, παρά μονάχα για τον πολύτιμο χρόνο που μου στερήθηκε,  για να την κλάψω με ησυχία την γιαγιά μου, εκεί που κοίτονταν απόκοσμη μέσα στο φέρετρό της.

Τις  σαράντα μέρες που ακολούθησαν όμως, ήμουνα αυτή που ανέλαβε την ευθύνη να ανάβει το καντηλάκι της, πότε μόνη, πότε με την παρέα της μητέρας ή  του πατέρα μου. Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν πήγα μόνη μου στο νεκροταφείο. Όλα τα απογεύματα που περπατούσα στον δρόμο και πριν ακόμη φτάσω, με προσπερνούσε η Ήρα, η σκυλίτσα μας. Αφού έμπαινε μέσα στο κοιμητήριο, απ την μισάνοιχτη πόρτα της εισόδου, που ποτέ δεν έκλεινε,  έφτανε να στέκει γύρω από τον τάφο κι αφού έκανε τα παιχνιδάκια της.. με περίμενε. Αυτή με κοίταζε στα μάτια, μα εγώ  έβρισκα την ευκαιρία για να την μαλώσω. Κουνούσα και τα χέρια μου, για να την κάνω να με καταλάβει.

»Δεν κάνει νά ρχεσαι εδώ! Δεν επιτρέπεται! Αν σε δουν,θα με μαλώσουν!»

Όταν τελείωνα με το  άναμμα του καντηλιού και του θυμιατoύ,  εκείνη γυρνούσε κι έφευγε πριν από εμένα και  γυρνώντας,την έβρισκα πάλι στο σπίτι, να τρέχει και να κάνει τα παιχνίδια της.

Από όλες τις αξιοθαύμαστες εμπειρίες της ζωής, αδύνατον  στάθηκε για εμένα να ξεχάσω αυτό, πως τις μέρες που ήμουν στο κοιμητήριο, η Ήρα, η σκυλίτσα μας,  ήταν πάντα εκεί και προπορευόταν, αυτή η αγαπημένη συνοδός μου, η τετράποδη φίλη που ήξερε καθημερινά την ώρα και τον προορισμό μου και με ένστικτα αγάπης και σιωπηλής αφοσίωσης  για την γιαγιά,  ένιωθε την παρουσία της εκεί,  και  πόσο συγκινητικό ήταν αυτό, που δεν την άφησε μόνη, καμμία φορά, όλες τις φορές,   όσες κι αν πήγα.

-Αφιερωμένο με αγάπη στον Τάκη, για την θετική  του παρότρυνση.  Με την ελπίδα να μην  κούρασα κανέναν.

– Τέλος, στη μνήμη της γιαγιάς μου, που έδωσε στη ζωή της, αγάπη απλόχερα, χωρίς να την έχει  η ίδια γευτεί και  που με δίδαξε την αξία για τα απλά τα πράγματα.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here