«Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΛΗΘΕΙΑ»

0

Αυτές τις μέρες, μέρες  προεκλογικού αγώνα , είμαστε μάρτυρες για άλλη μια φορά, των ελαττωμάτων της φυλής μας. Για τα χάλια μας. Τα χρόνια περνούν , τα πράγματα αλλάζουν, οι συνθήκες αλλάζουν γιατί αλλάζει  η  ζωή ,μα ο Έλληνας, παραμένει στα ίδια. Έρχονται στιγμές που σου φαίνεται πως τώρα βγαίνουμε από τον μεγάλο πόλεμο ή από τον τρισκατάρατο εμφύλιο. Σε κάθε προεκλογική περίοδο λες και ζούμε μετεμφυλιακές μέρες. Γεννιέται σε όλους μια εσωστρέφεια και εμφανίζονται τα κλειστοφοβικά κόμπλεξ που μας κληροδότησαν οι προαιώνιες έριδες, η μεταπολεμική καχυποψία και ο  φόβος των μεν για τους δε, με αποτέλεσμα να εξαφανίζεται η εμπιστοσύνη στον διπλανό, στον γείτονα, στον φίλο. Γι΄ αυτό κατέρρευσε η κοινωνία της γειτονιάς και της πόλης και μαζί εξαφανίστηκε και η εμπιστοσύνη. Δεν είναι τυχαίο που φτάσαμε σε αντικοινωνικές συμπεριφορές, στην απαξίωση του Άλλου, στη κατασκευή και διάδοση ψευδών ειδήσεων και τιποτένιων πληροφοριών. Φτάσαμε να μην μας «καίγεται καρφί», ακούγοντας τη δικαιοσύνη  να μιλά  για τα μεγάλα εγκλήματα της φοροδιαφυγής, την δωροδοκία υψηλών προσώπων, για τη γέννηση και την άνθιση του  Εθνικισμού. Ζούμε σε γενική αναλγησία. Πιστεύαμε πως το «κακό» έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί έζησαν ανάλογα δεινά. Αποτίναξαν όμως το κακό, προσπάθησαν να απελευθερωθούν  από τα  συμπλέγματα που γεννά η « άρνηση» και προσπάθησαν να στήσουν ανθρώπινες πολιτισμένες κοινωνίες. Εμείς εδώ στην Ελλάδα μείναμε εγκλωβισμένοι στις νοσηρές αυτές συμπεριφορές, που δυστυχώς επανέρχονται κατά καιρούς και μας γυρίζουν πίσω. Ένα βήμα μπροστά ,σαράντα πίσω. Και αναρωτιέται ο καθένας που σέβεται τον εαυτό του. Γιατί εμείς οι Έλληνες δεν μπορούμε να απαλλαχθούμε από αυτό το σαράκι, που κατατρώει τα εθνικά σωθικά μας; Πότε θα δούμε να γυρνούν οι νέοι μας από την ξενιτιά, δείχνοντας εμπιστοσύνη στην πατρίδα ; Πότε  «θα δούμε τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο, τη θάλασσα να κυματίζει», πότε « θα σηκωθούμε λίγο ψηλότερα;» Πότε θα δούμε πάλι το πρόσωπο του έλληνα ήρεμο, ευτυχισμένο, υπερήφανο με ένα αληθινό χαμόγελο στα χείλη; Δεν είμαι από τη φύση μου απαισιόδοξος ,αλλά η πραγματικότητα με κάνει στενάχωρο. Έχοντας αυτές τις σκέψεις στο μυαλό ,έψαξα να βρω ένα αποκούμπι αισιοδοξίας, για να δω το ποτήρι μισογεμάτο, αναζήτησα  ένα ευθυμογράφημα του αξέχαστου Σταμάτη Σταματίου (Σταμ.-Σταμ,),εκλεκτού δημοσιογράφου, ευθυμογράφου και πολιτικού του μεσοπολέμου ,που με την ευαισθησία του και τη γελοιογραφική του ματιά, μας έδωσε όλες σχεδόν  τις χαρακτηριστικές φιγούρες της εποχής του. Από τις «Ιστορίες από το χωριό», εκδόσεων:  «Διόνυσος»,  γραμμένες σε ρουμελιώτικο ιδίωμα ,επέλεξα την ιστορία με τίτλο «Η μεγάλη αλήθεια» ,που πάει «γάντι» στην επικαιρότητα. Το κείμενο το αντέγραψα, -εκσυγχρονίζοντας λίγο την ορθογραφία- και το αναδημοσιεύω για τον ίδιο λόγο που και ο συγγραφέας έγραφε αυτές τις ιστορίες. Στα 1946, έλεγε «γράφω για να  κάμω τον Έλληνα να γελάσει, με τα ελαφρά ελαττώματά του, τον σιδερωμένο, τον κολλαρισμένον, τον άθυμον, τον δύσθυμον, τον συνοφρυωμένον  Έλληνα, που δεν εγέλασε μέσα   στην καρδιά του ο θείος ήλιος της πατρίδος του και ο γλυκύς ουρανός του τόπου του.». Η ευθυμία που θα αναβλύσει μέσα από αυτό το ευθυμογράφημα και το αβίαστο μειδίαμα που θα ζωγραφιστεί στα χείλη σας, θα είναι βάλσαμο για όσα παράξενα βλέπετε και κυρίως ακούτε τούτες τις μέρες. Καλή απόλαυση !

« Ο λόγος ήταν για τους ανικάνους υπουργούς και κυβερνήτας κάθε κράτους. Ο ένας κάτι θυμόταν να πει για τον έναν, ο άλλος κάτι για τον άλλον. Τώρα μάλιστα, με τα τελευταία γεγονότα, που έχουν φέρει κάθε αναξιότητα στην επιφάνεια, όλοι είχαν κάτι να ειπούν. Όταν είπαν όλοι ό,τι είχανε να πουν, σηκώθηκε και ο Μεμίς, ο άλλοτε Μουφτής Φλωρίνης-καλή του ώρα !όπου βρίσκεται-και είπε σαν να απαντούσε σε όλους:

-Έτσι είναι ο κόσμος. Το παράξενο είναι πως δεν το καταλάβαμε εμείς οι άνθρωποι, ενώ το έχουν καταλάβει οι… γκαμήλες.

-Πώς;

-Να πως:

»…Μια φορά ο Σουλεϊμάν  Μεμέτ- αγάς, που ήταν αναντάν- μπαμπαντάν γκαμηλιέρης και που πέρασε με τις γκαμήλες όλη του τη ζωή, σαν έφθασε στα 90 του χρόνια, αρρώστησε και κατάλαβε πως θα πεθάνει. Εκάλεσε ,λοιπόν, κοντά του τα παιδιά του, τους συγγενείς, τους φίλους και τους γειτόνους του και τους εζήτησε συγχώρεση. Κατόπιν όμως θυμήθηκε και τις γκαμήλες του. Και ζήτησε να τον οδηγήσουν στο ντάμι, για να ζητήσει και από αυτές άφεση αμαρτιών.

» Σαν τον πήγαν εκεί , έκλαψε, τις εχάιδεψε και τους είπε:

-Εγώ πια σας αφήνω. Έφθασεν η ώρα να παραδώσω την ψυχή μου στο θεό.  Αλλά, για να πάω ήσυχος στον άλλον κόσμο, θέλω να με συγχωρέσετε και σεις, για ό,τι κακό σας έκαμα. Ξέρω πως κάποτε, απάνω στο θυμό μου, σας έδερνα και άδικα. Ξέρω πως πολλές φορές, σαν το καλούσε η δουλειά, σας κούραζα και άλλοτε σας άφηνα νηστικές και διψασμένες, σαν δεν είχα, Όλα αυτά τα αναγνωρίζω. Μα τι να γίνει! Έτσι είναι ο κόσμος! Ξεχάστε ό,τι τραβήξατε από μένα και συγχωρείστε με, να πάω ήσυχος.

Οι γκαμήλες φάνηκαν σαν να συγκινήθηκαν και η πιο μεγάλη έλαβε τον λόγο:

-Που μας έδερνες και που μας κούραζες και που μας άφηνες νηστικές και διψασμένες, εμείς, Σουλεϊμάν-Μεμέτ-Εμίν αγά, δεν σου βαστούμε κάκια. Δεν ήταν πράματα σωστά αυτά, αλλά στα συγχωρούμε. Ένα όμως πράγμα μας ήτανε βαρύ και δεν θα σου το συγχωρήσουμε ποτέ μας.

-Και ποιο ήταν αυτό; ρωτάει τρομαγμένος ο Σουλευμάν-Μεμέτ-Εμίμ-αγάς.

-Ποιο; Απαντάει η γκαμήλα θυμωμένη. Να στο πούμε. Εμείς κοστίσαμε στην αφεντιά σου άλλη 40,άλλη 30 κι άλλη 50 λίρες και ήμασταν όλες πρόθυμες εις την δούλεψή σου. Και συ, αντί να μας τιμάς, μας είχες πάντα οδηγό ένα γαϊδούρι, που δεν άξιζε ούτε δυο λίρες, καν!

-Αυτό ήταν; Είπεν ανακουφισθείς ο Σουλεϊμάν-αγάς.

-Τι; Μικρό τόχεις εσύ αυτό; Να ήμαστε υποχρεωμένες να περιπατούμε, όταν ο γάιδαρος ήθελε να περιπατεί, να στεκόμαστε, όταν στεκόταν εκείνος, και να πηγαίνουμε όπου ήθελε πάντα το παληογαϊδούρι σου; Νομίζεις ότι αυτό δεν μας πείραζε στο φιλότιμο;

Ο Σουλεϊμάν-Μεμέτ-Εμίν-αγάς κούνησε το κεφάλι και απήντησε:

-Παιδιά μου, έχετε δίκιο. Αλλά τι να σας πω. Έτσι είναι φκιαγμένος ο ντουνιάς. Γαϊδούρια να τον οδηγούν!…Μήπως το ίδιο δεν γίνεται και με τους ανθρώπους; Μήπως δεν βλέπουμε, κάθε μέρα, άξιους και προκομμένους να δουλεύουνε σ΄άλλους, που δεν έχουνε ούτε ενός γαϊδάρου  την αξία;…

Και ειπών, ο Σουλεϊμάν-αγάς, την μεγάλη αυτή αλήθεια, έγειρε το κεφάλι του και παρέδωκε την ψυχή του στον θεό…»

Αυτά είπε ο Μεμίς εφέντης-καλή του ώρα κει που βρίσκεται!

Και η παρέα, αφού γύρισε και κοίταξε τριγύρω της, σαν να παρατηρούσε όλην την Ελλάδα, σ΄όλα τα τελευταία τούτα χρόνια, έγειρε το κεφάλι της και παρέδωσε τον εαυτό της και την σκέψη της στη μεγάλη τούτη αλήθεια που βασιλεύει στο Ρωμαίικο…

Και, αφού μείναν, λίγην ώρα, όλοι σκεφτικοί, αλλάξανε κουβέντα…»

(για την επιμέλεια Γ. Καπράνος)

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here