Η Σωτηρία με το βιτριόλι «πριν» την Μπέλλου

0

Κώστας Μπορδόκας

Εκατό χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τις 22 Αυγούστου 1921 όταν έρχεται στη ζωή στη Δροσιά Χαλκίδας η μεγάλη Ελληνίδα ερμηνεύτρια Σωτηρία Μπέλλου που παίρνει το όνομά της από τον ιερέα παππού της Σωτήρη Παπασωτηρίου. Επειδή οι γονείς της διατηρούν μπακάλικο και δεν έχουν χρόνο γι αυτή, στέλνουν την μεγαλύτερη από τα τέσσερα αδέλφια στον ιερέα παππού της, όπου η μικρή και ζωηρή Σωτηρία μένει μέχρι την ηλικία των έξι ετών. Όταν ως μαθήτρια βλέπει τη Σοφία Βέμπο στην ταινία “Προσφυγοπούλα”, λέει σε όλους ότι θέλει να γίνει τραγουδίστρια.

Όταν οι γονείς της καταλαβαίνουν ότι αυτό δεν είναι παιδικό καπρίτσιο τρώει πολύ ξύλομ αλλά η πεισματάρα Σωτηρία δεν αλλάζει άποψη.

Σε ηλικία μόλις 17 ετών γνωρίζει και παντρεύεται τον  27χρονο σοφέρ και ελεγκτή λεωφορείων Ευάγγελο Τρεμπούρα ή Τριμπούρα αλλά ο έγγαμος βίος κάθε άλλο παρά ονειρικός είναι. Το ζευγάρι έχει από την πρώτη στιγμή πολλές κόντρες και η κατάσταση φτάνει σύντομα στα άκρα με τον καθένα να δίνει διαφορετική εκδοχή για την κοινή τους ζωή. Το καλοκαίρι του 1939 η Μπέλλου επιχειρεί, κατά τις εφημερίδες της εποχής, να δολοφονήσει το σύζυγό της με μαχαίρι χωρίς επιτυχία. Δύο μήνες μετά, 25 Σεπτεμβρίου 1939, τον περιμένει έξω από το γκαράζ που εργάζεται και του ρίχνει ένα ποτήρι βιτριόλι με αποτέλεσμα το θύμα να υποστεί σοβαρά εγκαύματα σε πρόσωπο και χέρια.

Όπως είναι φυσικό το θέμα απασχολεί τις εφημερίδες της εποχής με τους δύο συζύγους να δίνουν διαφορετικές εκδοχές. Το θύμα, που νοσηλεύεται στην κλινική “Στεργίου” της Χαλκίδας, περιγράφει την Μπέλλου ως  “διεστραμμένου χαρακτήρος”, αναφέροντας ότι όταν παντρεύτηκαν εκείνη του ζητά να της αγοράσει ένα λάστιχο για να σκοτώνει πουλιά, ενώ συνεχίζει :”Ήταν πολύ ζωηρά και ασυλλόγιστος και δεν ενδιαφέρετο διά τα οικιακά. Την συνεβούλευσα πολλάκις, γιατί έβλεπα πως δεν είχε μυαλό για σπίτι. Ήθελε να συγκατοικούμε με τους γονείς της. Δεν την εγκατέλειψα εγώ, όπως έλεγεν εις το Δικαστήριον, αλλά αυτή έφυγε. Εγώ παρά το ασυμβίβαστον του χαρακτήρος της ήμην διατεθειμένος με όλον τον κρίσιμον των οικονομικών περιστάσεων, να επιμείνω όπως την συνετίσω και την διορθώσω από τας κακοήθεις συνηθείας της, δυστυχώς, όμως, αυτή δεν συνετίζετο και με κατέστησε δυστυχή”.

Στην αστυνομία η Μπέλλου δηλώνει αμετανόητη για την πράξη της λέγοντας χαρακτηριστικά :“Ο άντρας μου με πήρε από έρωτα εδώ και ένα χρόνο και σε λίγους μήνες, τον περασμένο Μάιο, με παράτησε χωρίς λόγο. Δεν ενδιαφέρθει από τότε για μένα και με άφησε κυριολεκτικώς στο δρόμο. Τον παρακάλεσα. Δεν με άκουσε. Τον εφοβέρισα. Εγέλασε. Θέλησα να τον μάθω ότι δεν μπορεί ο καθένας να παίρνει ένα κορίτσι, έστω και με γάμο, να το κρατάει λίγους μήνες και ύστερα να το αφήνει στο έλεος του Θεού”. Στο ρεπορτάζ των εφημερίδων μάλιστα  αναφέρεται ως “νεαρά ηρωίς” ενώ ο Τρέμπουρας ως “άπιστος σύζυγος”.

Παράλληλα η ανήλικη Σωτηρία τον κατηγορεί ότι πίνει, ξενυχτά,  την χτυπά καθημερινά ακόμα και στη διάρκεια της εγκυμοσύνης της με αποτέλεσμα να αποβάλει. Στην κατάθεσή της αναφέρει:“Με στεφάνωσε προ ενός έτους κατόπιν διμήνου ερωτικού ειδυλλίου και περάσαμε καλά μέχρι του Μαρτίου ε.ε. Κατ’ Απρίλιον ήρχισε να εκδηλώνη δυσαρέσκειαν και ζηλοτυπίαν εναντίον ενός εξαδέλφου μου στρατιώτου της ενταύθα τέως Σχολής Πυροβολικού, όστις μας επεσκέπτετο και ηναγκάσθημεν να μη δεχόμεθα πλέον τούτον. Ήρχισε κατόπιν να λέγη ότι δεν έχει λεπτά και δεν μπορεί να ζήση και με έβαζε να πω του πατέρα μου και της μητέρας μου να του δώσουν. Εγώ πράγματι για την αγάπη του άνδρα μου έκανα ό,τι έπρεπε. Ο πατέρας μου μας έλεγε ότι τα λεπτά τα έχει στην Τράπεζα για να μας φτιάξη σπίτι μετά τριετίαν αφού ενηλικιωθώ και εγώ για να μη το πουλήσωμε. Τον Μάιον ε.ε. με εγκατέλειψεν όπως σας είπα, κι εγώ προσπάθησα όπως και οι γονείς μου να τον επαναφέρωμε στο σπίτι. Εχρησιμοποιήσαμε διαφόρους συγγενείς και γνωστούς μας, αλλ’ εστάθη αδύνατον. Εμάθαινα ότι εσχετίζετο με άλλες γυναίκες και αυτό ήτανε που με σκότωνε περισσότερο. Ίσως να μου λέγανε και ψέμματα, εγώ όμως τα επίστευα. Ήμουνα πια απελπισμένη, δεν ήξερα τι να κάνω. Το σπίτι που είχαμε νοικιάσει και το οποίον ο δύστυχος πατέρας μου το κατήρτισε με πλήρη επίπλωσι, αναγκάστηκα να το ξενοικιάσω και να μεταφέρω τα πράγματα εις την πατρικήν μου οικίαν, διότι δεν αντιμετώπιζα τα έξοδα”.

Η Σωτηρία Μπέλλου καταδικάζεται σε φυλάκιση τριών ετών, μένει τρεις μήνες υπόδικη στη Χαλκίδα, ένα μήνα στις φυλακές “Αβέρωφ”  ενώ στο Εφετείο η ποινή της μειώνεται στους έξι μήνες.  Είναι πλέον πάλι ελεύθερη αλλά στιγματισμένη για την μικρή τοπική κοινωνία, αλλά και από την οικογένειά της που δεν την συγχωρεί. Εντάσσεται στην Αριστερά, μια μόλις ημέρα μετά την κήρυξη του Ελληνοιταλικού πολέμου φτάνει πεινασμένη στην Αθήνα, όπου κάνει δουλειές του ποδαριού για να ζήσει, ενώ κοιμάται στο δρόμο. Συλλαμβάνεται και βασανίζεται από τους καταχτητές για την αντιστασιακή της δράση στο ΕΑΜ, ενώ τα βράδια τραγουδά για να τρώει σε ταβέρνα στα Εξάρχεια. Εκεί την ακούει ο
θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης και τη συστήνει στο φίλο του Βασίλη Τσιτσάνη, με τον οποίο συνεργαστεί στο μαγαζί  του «Τζίμη του Χοντρού». Τα υπόλοιπα τα γνωρίζουμε και, κυρίως, τα έχουμε ακούσει όλοι…

Η όμορφη Σωτηρία Μπέλλου τα χρόνια της εφηβείας της.

Η είδηση της σύλληψης της νεαρής, και οι πρώτες δηλώσεις της αμετανόητης Σωτηρίας. Η πρώτη της συνέντευξη έμελε να μην είναι σε καλλιτεχνικό αλλά αστυνομικό ρεπόρτερ…

“Μια ωραιοτάτη νέα παρεμόρφωσε φρικαλέα με βιτριόλι τον άνδρα της”. Τίτλος σε ρεπορτάζ της εποχής για το περισταστικό.

/tvxs.gr/n

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here