Ξορκίζοντας τον κορωνοϊό

0

Γράφει ο Νίκος Πολυμενάκος

Συμπλήρωσα τη βεβαίωση κατ΄ εξαίρεση  μετακίνησης πολιτών, σημειώνοντας Χ  στο Β2 του πλαισίου για «Μετάβαση σε εν λειτουργία κατάστημα προμηθειών αγαθών πρώτης ανάγκης» και ξεκίνησα εποχούμενος για το σούπερ μάρκετ, υπεραγορά στα ελληνικά.

Βγαίνοντας από το χώρο στάθμευσης με πρόλαβε ασθμαίνουσα η σύζυγος, για να μου δώσει τη λίστα όπου είχε σημειώσει τα τρόφιμα που θα έπρεπε να αγοράσω και την οποία είχα εσκεμμένα «λησμονήσει».

–          Δε μου κάνεις τη χάρη να πεταχτείς εσύ μια στιγμή, δεν αισθάνομαι και πολύ καλά σήμερα, μουρμούρισα κλαψουρίζοντας.

–          ‘Άφησε τις  μπαγαποντιές , ο άντρας είναι ο κουβαλητής του σπιτιού, με αποπήρε μειδιώντας η σύζυγος.

–          Ναι, αλλά δε βλέπεις τι γίνεται, ο κορωνοϊός τους άντρες κυνηγάει, δε διατρέχετε κίνδυνο οι γυναίκες.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι γυναίκες χαρακτηρίζονται ως το ασθενές φύλο, αφού  πάντοτε υπερισχύει η θέση τους…

Στο σούπερ μάρκετ επικρατούσε ένας χαμός. Καρότσια που ξεχείλιζαν από χαρτιά υγείας, μακαρόνια, αλεύρι κι αντισηπτικά, πολλά αντισηπτικά. Μία κυρία δίπλα μου θα πρέπει να είχε εναποθέσει περισσότερες από πενήντα κονσέρβες στο καρότσι της και συνέχιζε ακάθεκτα να εμπλουτίζει τη συλλογή της, ρίχνοντας κλεφτές ματιές γύρω της, μήπως και κάποιος άλλος ανακαλύψει το χρυσοφόρο ράφι της.

Στο ταμείο, ο κύριος μπροστά μου, φκιασιδωμένος από την κορυφή έως τα νύχια, θύμιζε κάτι ανάμεσα σε πυροτεχνουργό και στρατιώτη ειδικού πολέμου.

–    Πολύ φοβάστε βλέπω, του είπε με ευγένεια και καλοσύνη η υπάλληλος του ταμείου  που με περίσσια ψυχραιμία κι ένα μόνιμο φωτεινό χαμόγελο πάσχιζε αγόγγυστα να μας  εξυπηρετήσει.

–    Κορόιδευε εσύ,  αλλά η μάνα του φοβητσιάρη δεν έκλαψε ποτέ, της απάντησε κατηφής ο κύριος.

Στην επιστροφή για το σπίτι και φθάνοντας στην  έρημη πλατεία του Άστρους ένας αστυνομικός με σταμάτησε για έλεγχο. Του έδειξα την άδεια μετακίνησης και την ταυτότητά μου. Με ένα χαμόγελο αισιοδοξίας μου έγνεψε να αποχωρήσω.

Την ίδια στιγμή δίπλα μου ένας συνάδελφός του σταματούσε έναν υπερήλικα που περπατούσε με μία μαγκούρα υπό μάλης  και τραγουδώντας με στεντόρεια φωνή το δημώδες άσμα «να σαν τα νιάτα δυο φορές».

Ήταν ο μπάρμπα Τάσος, μια εμβληματική μορφή του τόπου μας, κοτσονάτος κι αεικίνητος παρά τα 97 του έτη, με πλήρη διαύγεια, ένας ήρωας του Έπους του 40, που  πολλές φορές με είχαν  συγκινήσει οι ιστορίες του και με είχε συνεπάρει η δεινότητα του αφηγηματικού του λόγου,

–    Άδεια κυκλοφορίας και ταυτότητα παππού , του ζήτησε με ευγένεια μα και προβληματισμένος ο αστυνομικός.

–    Και τι με θωρείς, αμάξι για ξένο , παλικάρι μου;

–     Κυκλοφορεί επικίνδυνος ιός παππού, απαγορεύεται η μετακίνηση των πολιτών για               προληπτικούς λόγους.

–     Αφού είναι επικίνδυνος να τον συλλάβετε. Βάλτε του και χειροπέδες.                                   Εγώ τι σας έφταιξα; Και πώς τον λένε τον μορφονιό και ποιανού γιος                      είναι;

–    ‘Όχι γιος παππού, ιός, Κορωνοϊός λέγεται.

–      Τι όνομα είναι αυτό; Σίγουρα τρελός παπάς τον βάπτισε.

–     Δεν τον βάπτισε παπάς, οι επιστήμονες του έδωσαν αυτό το όνομα.

–     Αααα, είπα κι εγώ, παπάς και να δώσει τέτοιο όνομα δε γίνεται….

Ο αστυνομικός έξυσε αμήχανα το κεφάλι του και συνέστησε με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο στον παππού να επιστρέψει και να μείνει στο σπίτι του.

Άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου κι ο παππούς με ένα σάλτο, που θα το ζήλευε ένας έφηβος, βρέθηκε δίπλα μου.

–    Φτηνά τη γλίτωσα γυιόκα μου,  η μισή μου σύνταξη είναι τα 150 ευρώ  πρόστιμο. Ας είναι καλά το παλικάρι, ψιθύρισε, κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι, ο παππούς.

–    Και γιατί βγήκες έξω μπάρμπα Τάσο; Δε φοβάσαι; Πρέπει να προσέχεις, είναι δύσκολες οι στιγμές.

–     Τι να φοβηθώ στα χρόνια μου γιε μου; Τη μοναξιά φοβάμαι. Τόσες μέρες κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους , είπα να βγω να πω δυο κουβέντες με έναν άνθρωπο. Μα σάματις συνάντησα και κανένα, ψυχή δεν κυκλοφορεί.

Άφησα έξω από το σπίτι του τον μπάρμπα Τάσο, άφησα και τα ψώνια στη σύζυγο και βγήκα στη βεράντα του σπιτιού μου. Το βοριαδάκι έδωσε φως στον ορίζοντα και καθάρισε εικόνες κι ομορφιές. Τα υπεραιωνόβια λιόδεντρα της Θυρέας  ψήλωσαν ξαφνικά, λες και ζωντάνεψαν,  για να μας θυμίσουν  το Δαναό, τους 600 Λογάδες, τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, τον Παυσανία, τον Ηρώδη τον Αττικό, τον Άκουρο, την  αδιάλειπτη κι αέναη παρουσία του ανθρώπου, εδώ και χιλιάδες χρόνια, σ΄αυτή την ευλογημένη και γεννήτρα γη.

Στον αργολικό κόλπο το μπλε ανακατεύτηκε με το λευκό, γέννησε χιλιάδες προβατάκια που γρήγορα γιγάντωσαν κι έχτισαν τα αμέτρητα καράβια του μυκηναϊκού στόλου, με προορισμό την υπέρβαση και το όνειρο.

Κι εκεί στο βάθος, στα αψηλά, οι κορφές του λαμπρού και θηλυκού Πάρνωνα, να ικετεύουν για λίγο χιόνι, να διατρανώνουν τα θαύματα και τα σμιλεύματα της πλανεύτρας και μαγεύτρας φύσης.

Στο διπλανό κήπο οι ανθοφόροι οφθαλμοί των ροδακινιών άνοιξαν , τα λευκά και ρόδινα πέταλα έγιναν τα πρόσωπα των γιατρών, των κρατικών λειτουργών, των υπαλλήλων που καθημερινά μας εξυπηρετούν, των εθελοντών  που στέκονται αλληλέγγυοι στο συνάνθρωπο, των μαθητών που κλείστηκαν  υπομονετικά στα σπίτια τους, έγιναν τα πρόσωπα όλων εκείνων που προσφέρουν την ελπίδα, που σηματοδοτούν την αισιοδοξία.

Δε θα κοιτάξω στο παραπέρα χέρσο, εκεί όπου άρχισαν να φουντώνουν τα γαϊδουράγκαθα .Δεν επιθυμώ να αντικρύσω τις μουτσούνες εκείνων που εμπορεύονται το φόβο και τον ανθρώπινο πόνο, τις μουτσούνες εκείνων που εκμεταλλευόμενοι τις θέσεις τους και τις συγκυρίες πουλάνε φρούδες ελπίδες, τα πρόσωπα εκείνων  που μας βομβαρδίζουν με την εγωμανία τους, τις μουτσούνες εκείνων  που επιχειρούν να καταβροχθίσουν το μέλλον μας.

«Το να ζεις μόνο δεν είναι αρκετό, είπε η πεταλούδα. Πρέπει να έχεις λιακάδα, ελευθερία και ένα μικρό λουλούδι.»

.Δεν μπορεί ούτε επιτρέπεται ένας κορωνοϊός να μας τα στερήσει…Μπορούμε να τα αναζητήσουμε και στο σπίτι μας, και σίγουρα θα τα βρούμε…

Νίκος Πολυμενάκος.

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here