ΟΙ ΣΑΡΔΕΛΕΣ ΟΙ ΑΚΡΙΒΕΣ

0

Γράφει ο  Στ. Γρ. Παπαντώνης

Τα Δολιανά είναι χωριό δίεδρο, όπως και τα Βέρβενα. Τα δίδυμα γειτονοχώρια αναφέρονται σε απογραφή των Ενετών, του έτους 1700 μ.Χ., με τα ακόλουθα στοιχεία:

  1. Βέρβενα (Vurvuna), οικογ. 91, κάτοικοι -319.
  2. Δολιανά (Dogliana), »       52,      »         -160.

(βλέπε: Β. Παναγιωτόπουλου: Πληθυσμός και οικισμοί Πελοποννήσου, 13ος – 18ος αιώνας)

Αρχική εστία των χωριών υπήρξε η ορεινή. Ωστόσο, οι αντίξοες καιρικές συνθήκες του χειμώνα ανάγκασαν τους ορεσίβιους ξωμάχους να αναζητήσουν χειμαδιά.

Οδηγήθηκαν έτσι στις παρυφές της Θυρέας. Οι Δολιανίτες ίδρυσαν τα Κάτω Δολιανά μαζί με τους οικισμούς Αρτσίνα (Προσήλια), Καμινάρι, Ρουνέικα και άλλους πιο μικρούς οικισμούς (ποιμενικούς).

Οι Βερβενιώτες διασκορπίστηκαν. Άλλοι ίδρυσαν τον οικισμό Τημένιο (Κάτω Βέρβενα) και άλλοι εγκαταστάθηκαν, διάσπαρτα, στο Άστρος ή στην περιοχή Μουστού ή στο Ξηροπήγαδο, στο Κιβέρι κι ακόμη πέρα ως το Καλαμάκι.

Οι σχέσεις Βερβενιωτών και Δολιανιτών ήσαν πάντα εγκάρδιες. Αρκετές, παλιές, οικογένειες των Δολιανών έχουν βερβενιώτικες ρίζες, ενώ τα παντρολογήματα ανάμεσα σε νέους των δύο χωριών δημιούργησαν νέους δεσμούς συγγένειας και φιλίας.

Σημαντικότερο πάντως ρόλο, ένα ρόλο πέρα και πάνω από συγγένειες, έπαιζε ο μακρύς και κακοτράχαλος δρόμος, που ένωνε τις θερινές εστίες των χωριών με τα χειμαδιά και ο οποίος δρόμος, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, ήταν κοινός για Δολιανίτες και Βερβενιώτες. Οι συνοδοιπορίες, τα συναπαντήματα, το αντάμωμα στα γραφικά χάνια (πανδοχεία) της διαδρομής, με τα αλληλοκεράσματα και η από κοινού συντήρηση του πετροχωματόδρομου δυνάμωναν περισσότερο τις πατροπαράδοτες φιλικές σχέσεις.

Η μετακίνηση των κατοίκων, φθινόπωρο για τα χειμαδιά (Γιαλός) και άνοιξη για τα βουνά (Χωριό(ς)), ήταν σχεδόν καθολική.

Στα Κάτω Δολιανά το καλοκαίρι έμεναν λίγοι, κυρίως  οι έμποροι λαδιού, καυσόξυλων και ξυλοκάρβουνων, ορισμένοι καφεπαντοπώλες, οι καροτσέρηδες…

Δύο όμως γιορτινές ημέρες, του καλοκαιριού, του Προφήτη Ηλία (τ’ Αϊ-Λιος), στις 20 Ιουλίου και της Μεγάλης Παναγιάς, στις 15 Αυγούστου, προκαλούσαν την υποχρεωτική άνοδο όλων των γιαλίσιων (όπως ονομάζονταν οι μόνιμοι κάτοικοι του Γιαλού) στο Χωριό. Οι δύο γιορτές απαιτούσαν παλλαϊκό προσκύνημα και, κατά συνέπεια παλλαϊκό γλεντοκόπι. Όμορφα χρόνια!

Μια τέτοια μέρα, παραμονή Αϊ-Λιος, κίνησε μια συντροφιά γιαλίσιων Δολιανιτών για το Χωριό. Φύγανε νύχτα, για να βγουν στις Κορύτες (περιοχή Αγίου Γεωργίου ή Ντουμινών) πριν «τσούξει» ο ήλιος του Αλωνάρη. Η ανηφόρα από τη ρεματιά της Κατουνίστας (κοντά στον Τάνο) και από του Μάη το Δέντρο ήταν πολύ κοπιαστική για ζα κι ανθρώπους.

Λίγο μετά το βάρεμα του ήλιου ξεπέζεψαν στο χάνι, βόλεψαν τα ζα τους σ’ απαγγερό μέρος, τα «πλάνεψαν» με τον καρπό του ντορβά, μπήκαν στη μικρή σάλα του μαγαζιού και καλημέρισαν τον καλόγνωμο ταβερνιάρη, το Δήμο Γ. Κουτσογιάννη, δολιανιτογαμπρό, σύζυγο της Αρετής Κολοστούμπη.

Σαν στρώθηκαν στον ξύλινο πάγκο, ο μεγαλύτερος, ο μπαρμπα-Γιώργης Β. Οικονόμου ένας πασίγνωστος, κοινωνικός άνθρωπος, παντοπώλης του Γιαλού (τον διαδέχθηκε αργότερα ο γιος του Βασίλης, γνωστός με το όνομα Λάκης) ρώτησε:

– Δήμο, έχεις τίποτε να μας φέρεις για κολατσιό;

– Έχω κάτι σαρδέλες ωραίες.

Τις σέρβιρε, καθαρισμένες, με ωραίο ντόπιο λάδι, τσουχτερό ξύδι και με συνοδεία ντουμινιώτικο μυρωδάτο κρασάκι. Οι στρατολάτες λύσανε και τα βαγιόλια τους με το ψωμί και τις ελιές…

Εκείνη τη στιγμή μια παρέα Βερβενιώτες, ανεβαίνοντας και αυτοί για το δικό τους Αϊ-Λια, καλημέρισαν και στρώθηκαν στον απέναντι πάγκο.

-Κέρασε τα παιδιά, παράγγειλε ο μπαρμπα-Γιώργης και, δοκιμάζοντας την πρώτη σαρδέλα, ρώτησε εντυπωσιασμένος:

-Πολύ καλές! Που τις πέτυχες.

-Χμ! εκείνος ο παλιο ……… (σ.σ. ο θεληματιάρης της αγοράς) μου τις πούλησε προχτές. Ποιος ξέρει πού τις βρήκε;

Τι να πει ο καλός σου ο μπαρμπα-Γιώργης; Θυμήθηκε πως πριν από 3-4 μέρες το ξυλοβάρελο με τις σαρδέλες είχε μουχλιάσει.

Φώναξε λοιπόν το ………, του παράδωσε το κοντόγιομο βαρέλι με τα γυαλιστερά τσέρκια, τον πλήρωσε και του είπε να το πετάξει στα σκουπίδια. Εκείνος όμως, ο πονηρός, ο θεομπαίχτης, πέταξε το πάνω στρώμα, τις μουχλιασμένες σαρδέλες, βρήκε τις παρακάτω απείραχτες, πατινωμένες στο αλάτι και τις εμπορεύτηκε!

Ο ευσυνείδητος μπακάλης πλήρωσε για… τρίτη φορά τις σαρδέλες και τράβηξε το δρόμο, προς την Καινούρια Στράτα, με την παρέα του.

Στ. Γρ. Παπαντώνης

Υ.Γ. Ακούμε παλιές ιστορίες από μεγαλύτερους μας. Αυτήν εδώ όμως την άκουσα από τον άξιο παλιό Πρόεδρο των Δολιανών Αγγελή Γ. Αγγελίδη, κάμποσα χρόνια νεότερό μου. Σ’ ευχαριστώ, φίλε Αγγελή!

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here