Ο Σαμψών του Αγιάννη 

0

 Του Στράτη Δαλιάνη

Μεσοκαλόκαιρο θυμάμαι στον Αγιάννη, μεταξύ των δύο μεγάλων γιορτών του χωριού μας:  της  Αγίας Παρασκευής και της Παναγίας. Βρισκόμαστε στο τέλος της δεκαετίας του 60 και το χωριό μας πλημμυρισμένο από κόσμο, ντόπιους και ξένους παραθεριστές ζει τις ημέρες αυτές γιορταστικά αφού της Αγίας Παρασκευής και της Παναγίας ήσαν οι κατ’εξοχήν μεγάλες γιορτές μας.

Ξαφνικά μια ημέρα ακούσαμε κάτι που μας παραξένεψε, αλλά και μας χαροποίησε τόσο πολύ  καθώς  δεν είχαμε ζήσει στο παρελθόν τέτοιες στιγμές , σαν αυτές που θα έρχονταν  σύμφωνα με την αναγγελία.

Έλεγε η ανακοίνωση: Αγαπητοί φίλοι σήμερα το βράδυ στην πλατεία του χωριού σας θα παρουσιάσει  το πρόγραμμά του  ο θρυλικός Μασίστας Σαμψών, μια από τις πιο γνωστές φυσιογνωμίες του αθλητικού κόσμου, ο πρωτοπαλαιστής και μεγάλος πρωταθλητής σε παγκόσμιο επίπεδο.

« Ο θρύλος, ο Σαμψών, θα τραβήξει με το στόμα φορτηγό αυτοκίνητο, θα σπάσει πέτρες στο κεφάλι του, θα τσακίσει ξύλα και τούβλα με το ένα χέρι, θα περάσει πάνω του αυτοκίνητο »  και πολλά άλλα που θα μείνετε κατάπληκτοι. Όλοι στην πλατεία το βράδυ στις 7:30 ώρα.

Σε όλους προκάλεσε εντύπωση το γεγονός αυτό και ιδιαίτερα σε μας τα μικρά παιδιά που για πρώτη φορά θα μας δινόταν η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τέτοια δρώμενα.

Δεν βλέπαμε  πότε θα έρθει η ώρα  7:30,  για να απολαύσουμε όλα αυτά που ακούγαμε από το επιτελείο του Σαμψών. Μαζευτήκαμε τα παιδιά από το μεσημέρι στην πλατεία για να πιάσουμε μια καλή  θέση  και με ανυπομονησία περιμέναμε να δούμε τα νούμερα.

Ήρθε ο Σαμψών… ένα συμπαθητικό θηρίο, μας έδωσε από μία καραμέλα σε όλα τα παιδιά και άρχισε να ετοιμάζεται για το πρόγραμμά του.

Τα σύνεργά του ήταν χοντρές αλυσίδες, τούβλα, πέτρες μεγάλες, τράπουλα, σανίδια και σε λίγο βλέπουμε να έρχεται το φορτηγό του Γιομόσα και να παρκάρει στην άκρη κατά την πλατάνα του Ψιμούλη.  Έπειτα  ήρθε και ένα άλλο αυτοκίνητο του Βαγγέλη του Λάλα το οποίο πάρκαρε και αυτό εκεί κοντά.

Ο Σαμψών με την γενιάδα του τακτοποιούσε τα σύνεργά του και κάθε λίγο  και λιγάκι έκανε ένα γύρο στην πλατεία και έβγαζε κραυγές, μοιράζοντας καραμέλες σε όλα τα παιδιά που είχαν ήδη πάρει θέση και περίμεναν με αγωνία, περιέργεια και φόβο  να δουν τα κατορθώματα του.

Ο Σαμψών λοιπόν έτοιμος, στρώνει στο έδαφος ένα πλαστικό κομμάτι ξαπλώνει κάτω  και καλεί τον Βαγγέλη τον Λάλα να περάσει με το αυτοκίνητό του πάνω από το σώμα του.

Πράγματι, ο Βαγγέλης με την μία ρόδα (εμπρός – πίσω ) περνάει πάνω από το σώμα του (κάθετα) σαν να μην συμβαίνει τίποτα, και αυτό γίνεται δύο φορές, ενώ το πλήθος έβγαζε κραυγές αγωνίας και θαυμασμού.

Καταχειροκροτήθηκε ο Σαμψών, καμάρωνε αυτός και έρχεται το δεύτερο νούμερο που ήταν να τραβήξει το φορτηγό με τα δόντια.

Το έφερε στο κέντρο της πλατείας ο συγχωρεμένος ο Γιομόσας, δέσανε με τα σχοινιά το αυτοκίνητο και ο Σαμψών έτοιμος δαγκώνει το σχοινί και αρχίζει να τραβάει το φορτηγό.

O μπάρμπα Γιομόσας μέσα στο τιμόνι, σβηστή η μηχανή και το αυτοκίνητο   άρχισε να κυλάει σιγά-σιγά μέχρι που το έφτασε στου Φουρλίγκα το σπίτι. Χαμός πάλι, ο κόσμος αποθεώνει τον Σαμψών και ο ίδιος τότε βγάζει το πρώτο δισκάκι για τα έξοδα της ημέρας όπως είπε.

Το επόμενο νούμερο ήταν σπάσιμο πέτρας μεγάλης στο κεφάλι με βαριοπούλα.

Εκεί  λοιπόν  που ετοιμάζανε τις πετσέτες για το κεφάλι και έβαζαν την πέτρα στο κεφάλι, ακούγεται μια φασαρία και φωνές πάνω απ’ την πλατεία.

Ο Λουφολιάς ο οποίος είχε μάθει γαι τον άνθρωπο με τις υπερφυσικές δυνάμεις, αποφάσισε να έρθει εκεί και να αναμετρηθεί μαζί του.

Έτσι  λοιπόν  φτάνοντας εκεί, φώναζε: « Πού  είναι ο Κολαντεράς  με τα γένια; Φέρτε τον εδώ να βάλουμε πλάτη να δούμε ποιός θα νικήσει. Μμμμμμμ. Θέλει και πετσέτα στο κεφάλι…… Βάλτε τη εδώ ρε, έδειχνε το κεφάλι του και σπάστε τη γαμ…… χωρίς σκουτί επάνω »  έλεγε και βάραγε το κεφάλι του στη μουριά.   Αφού τον ησύχασαν και του είπαν ότι θα βάλουνε πλάτη στο τέλος, κάθισε και αυτός σε ένα λιθάρι και παρακολουθούσε τον Σαμψών.

Έσπασε την πέτρα, έκοψε μία αλυσίδα μεγάλη και χοντρή, έσπασε ένα μαδέρι  απ’ την ξυλεία του Στου που είχε εκεί κοντά, έσκισε μία κολιτσίνα στα δύο ολόκληρη που πήρε απο τον Μπόμπη, έσπασε τα τούβλα με την κίνηση του καράτε και έκανε διάφορες άλλες κινήσεις  που κατέπληξαν  το πολυπληθές κοινό του Αγιάννη στην πλατεία του χωριού μας.

Εμείς οι πιτσιρικάδες αφού παρακολουθήσαμε το πρόγραμμα, με κομμένη ανάσα  ζητωκραυγάζαμε τον Σαμψών του ζητάγαμε μικρές φωτογραφίες ή υπογραφές δεν θυμάμαι, μάλιστα  πήρε το μάτι μου εκείνη τη στιγμή το Παρασκευά να κολλάει στη μπλούζα του το χαρτάκι του Σαμψών.

Πάω κοντά και του λέω: « ο Σαμψών είσαι; »

Και απαντάει  « Ναι είμαι ο Σαμψών του Αγιάννη. Θα δεις αύριο τι θα γίνει.»

– Τι θα γίνει ρε Τσιεβά του λέω;

– Θα κάνω όλα αυτά τα νούμερα μου λέει

– Τι θα τραβήξεις αυτοκίνητο και εσύ;

– Γέλασε και μου λέει: – Θα σπάσω πλάκα (πέτρα) στο κεφάλι, θα περάσω τεπόζιτο γεμάτο νερό επάνω μου και άλλα νούμερα που θα ταμπλιαστείτε με αυτά που θα δείτε:

– Που θα γίνουν αυτά ρε Τσιεβά του λέω;  Εδώ στην πλατεία ; ή αλλού:

– Όχι ρε μου λέει θα μαζευτούμε μεταξύ μας στο σφεντάμι  του γερο Γκοχέτ  από κάτω που έχει  παχύ ίσκιο και δεν μας βλέπουμε πολλοί,  γιατί κινδυνεύουμε να φάμε κανένα μπερντάχι απ’ τον Κολοβολιά (πατέρα του). Πράγματι ύστερα από συνεννόηση με τα άλλα ατίθασα παιδιά του Αγιάννη, την άλλη ημέρα κατά τις 2 το μεσημέρι μαζευτήκαμε δίπλα απ’ το σπίτι μου στο σφεντάμι του γερο Σιόκλα για να παρακολουθήσουμε το πρόγραμμα του Αγιαννίτη Σαμψών του Τσιεβά του Κολοβού.

Η εξέδρα  είχε περίπου 30-35 παιδιά.  Τελετάρχης ήταν ο Γιώργης ο Καντέμ ή Τσιολάκιας, κριτές ήταν ο Λεφίκης και ο Κρόνος, και ρυθμιστής του προγράμματος και βοηθός του Τσιεβά ο υπογράφων.

Ενδυματολόγος ήταν ο Γιώργος ο Κολοβός, και είχαν αποσυρθεί στο κοτοφώλι του γέρο Σιόκλα να ντυθεί ο Σαμψών… και όλοι περιμέναμε με αγωνία να εμαφανιστεί ο αθλητής, για τον οποίο  που σε λίγο θα μίλαγε όλος ο Αγιάννης .

Ξαφνικά ακούγεται μία σφυρίχτρα και εμφανίζονται μπροστά ο Τσιεβάς και πίσω δύο-τρία παιδιά (δεν θυμάμαι πια ήταν) που  είχαν από ένα τροκάνι και βάραγαν.

Ο Τσιεβάς (πετσί και κόκαλο) προσπαθούσε ο έρημος να φουσκώσει το στήθος και να κάνει μπράτσα,  αλλά φόραγε ένα μαύρο σώβρακο που τον χώραγε δύο φορές μέσα, προφανώς ήταν του Γιώργη του αδελφού του και όπως φύσαγε ένας καράγιαλης το φούσκωνε και τον πήγαινε πέρα – δώθε.

Εμείς όλοι ζητωκραυγάζαμε μέχρι που ο Παρασκευάς ήρθε κοντά μου, σήκωσε τα χέρια ψηλά, σαν να έλεγε ησυχία,και ήρθε η ώρα να ξεκινήσει το πρόγραμμά του.

Εκεί δίπλα είχαμε μία πέτρα απ’ τη Λεπίδα, την οποία είχαμε πάρει απ’ το σπίτι του μπάρμπα μου του Παστούρου –  το χτίζανε τότε.

Βάζουμε την πετσέτα  επάνω στο κεφάλι, και δύο τρεις μαζί την πέτρα, την οποία την κρατούσε ο Παρασκευάς με τα χέρια του.

Ανέβηκα σε ένα τελάρο που ήταν εκεί κοντά και με την βαριοπούλα στο χέρι (την είχα βουτήξει κρυφά απ’ το υπόγειο του πατέρα μου) προσπαθούσα να ισορροπήσω και να βρω κέντρο που θα χτυπήσω την πλάκα .

« Και τώρα λέω – αγαπητοί συμπατριώτες ο σούπερ μαν Τσιεβάς στο πρώτο νούμερο»

Αφήνω την βαριοπούλα να πέσει, ευτυχώς με λίγη δύναμη…  και ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Η βαριοπούλα αντί για το κέντρο της πλάκας, βρήκε τα δάκτυλα του Παρασκευά και ο άνθρωπος βούηξε από τον πόνο, πέταξε την πέτρα κάτω και χοροπήδαγε απ’τον πόνο ουρλιάζοντας.

Την ώρα εκείνη ξύπνησε η θειά  Ρήνα η μάνα του, είναι δίπλα ακριβώς το σπίτι τους, και βγήκε έξω απ’ τις φωνές.

Τότε είδε ένα αλλόκοτο θέαμα, άλλοι χειροκροτούσαν, άλλοι γέλαγαν, άλλοι προσπαθούσαν να βοηθήσουν τον Τσιεβά, ο οποίος χοροπηδούσε ουρλιάζοντας από τους πόνους.

Η θειά  Ρήνα κατάλαβε αμέσως τι  προσπαθήσαμε να κάνουμε, κατέβηκε σιγα-σιγά κάτω, άρπαξε απ’ το φούρνο το φουρνόξυλο και άρχισε στα στραβά να κοπανάει όπου έβρισκε. Ο μαύρος ο Παρασκευάς ακόμα πιστεύω θα πονάει, ας είναι καλά εκεί που βρίσκεται, και εμείς οι υπόλοιποι δεν θα ξεχάσουμε ποτέ το φουρνόξυλο της θειά  Ρήνας , αφού μας έκανε να τρέχουμε και τελικά να λουμώξουμε  κάτω απ’ το Ματθαίο στην κρεβάτα του μπάρμπα Θόδωρου του Νο. Άντε μετά  από όλα αυτά να γυρίσεις το βράδυ σπίτι, αφού το γεγονός έγινε γνωστό σ’ όλο το χωριό και οι πατεράδες μας περίμεναν να μας… «επιβραβεύσουν» για το κατόρθωμα αυτό.

Άλλη μια αληθινή ιστορία των παιδικών μας χρόνων χαραγμένη στις μνήμες όλων αυτών που συμμετείχαν στην παιδική αυτή επιπόλαιη μεν, αλλα δυναμική πράξη.

Στράτης Δαλιάνης

Άστρος

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here