Σεξουαλικές παρενοχλήσεις και εκφοβισμοί: Η «σκληρή» διαδικτυακή πραγματικότητα των παιδιών

0

Ευάγγελος Θεοδώρου

Η έρευνα που δημοσίευσε το «Χαμόγελο του παιδιού», πριν από σχεδόν μια εβδομάδα, έδειξε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τους κινδύνους που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τα παιδιά σε πλατφόρμες του διαδικτύου, στις οποίες πραγματοποιούν βιντεοκλήσεις με αγνώστους.

Αναλυτικότερα, κατά την έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την οργάνωση, μια εργαζόμενη του «Χαμόγελου», μπήκε σε μια γνωστή πλατφόρμα, παριστάνοντας μια κοπέλα 16 ετών.

Οι απειλές και οι εκβιασμοί που δέχθηκε κατά την παρουσία της εκεί, σε συνδυασμό με τα ευρήματα μιας άλλης έρευνας, από το Ελληνικό Κέντρο Ασφαλούς Διαδικτύου, του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας Κρήτης, που διεξήχθη σε 13.000 μαθητές, ηλικίας από 10-18 ετών και έδειξε πως το 1/3 των εφήβων έχει δεχθεί σεξουαλική παρενόχληση μέσω του διαδικτύου, αναδεικνύουν τη σοβαρότητα της κατάστασης για την αντιμετώπιση της οποίας βέβαια, «χρειάζεται μια σοβαρή, επαγγελματική και επιστημονική προσέγγιση της εμπειρίας του παιδιού, για να μην το συνοδεύει για όλη του τη ζωή», όπως δηλώνει στο tvxs.gr, ο Στέφανος Αλεβίζος, ψυχολόγος, που εργάζεται στο «Χαμόγελο του Παιδιού».

«Τα περιστατικά εκφοβισμού και σεξουαλικής παρενόχλησης στο διαδίκτυο, είναι πάρα πολλά. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα με τα στατιστικά. Σε αυτές τις καταστάσεις, οι αριθμοί δεν είναι καν ενδεικτικοί. Όσους αριθμούς και να διαβάσει κανείς, το πρόβλημα παραμένει μεγάλο, γιατί παραμένει κρυφό. Και όσο παραμένει κρυφό, δεν μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά και την έκταση του, άρα, δεν μπορούν να γίνουν στοχευμένες παρεμβάσεις. Τα περισσότερα από τα παιδιά-θύματα, αποφασίζουν να μη μιλήσουν, να μη ζητήσουν βοήθεια, φοβούμενοι είτε την αντίδραση των γονιών τους, είτε τον διασυρμό. Μάλιστα, πολλές φορές, και οι ίδιοι οι γονείς, σε περίπτωση που μάθουν ένα τέτοιο περιστατικό, αποφασίζουν να μη ζητήσουν βοήθεια για να μην στιγματιστεί το παιδί τους», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Αλεβίζος, για να συνεχίσει:

«Αυτός είναι και ο λόγος που σ’αυτές τις καταστάσεις, δεν φτάνει η καλή διάθεση και η αγάπη για να τις αντιμετωπίσεις».

«Η ψυχολογία του θύτη»

Όσον αφορά, τον τρόπο με τον οποίο, οι θύτες, σε τέτοιου είδους εφαρμογές, «πείθουν» τα παιδιά, να συνεχίσουν να μιλούν μαζί τους, ο κ. Αλεβίζος, απαντά:

«Οι θύτες, εντοπίζουν, έστω και υποσυνείδητα, ένα κενό επικοινωνίας των παιδιών, με το ευρύτερο δίκτυο τους. Αντιλαμβάνονται, ότι εκείνη την στιγμή, το παιδί, είναι ευάλωτο, δεν έχει με ποιον να μιλήσει, και εκμεταλλεύονται αυτό το «κενό επικοινωνίας», είτε εκφοβίζοντας το, είτε παρενοχλώντας το σεξουαλικά. Επίσης, καταλαβαίνουν την έλλειψη ψηφιακής διαπαιδαγώγησης από τα παιδιά, τα οποία δεν κατανοούν τη μονιμότητα και τους κινδύνους του διαδικτύου. Παράλληλα, εκμεταλλεύονται τον παρορμητισμό-αυθορμητισμό που χαρακτηρίζει τις προεφηβικές και εφηβικές ηλικίες. Μέσα σ’ όλο αυτό το πλαίσιο, λειτουργεί και δρα ο θύτης, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί επίσης τα συναισθήματα «ενοχής» που νιώθει το θύμα. Ένα παράδειγμα συναισθημάτων «ενοχής» μπορεί να είναι ένα παιδί που έβγαλε την μπλούζα του, μόλις του το ζήτησε ο θύτης και μετά, επειδή νιώθει «υπαίτιος» για την πράξη του, εγκλωβίζεται».

Σχετικά με τα «χαρακτηριστικά», του θύτη, σε περιστατικά διαδικτυακών εκφοβισμών και σεξουαλικών παρενοχλήσεων, ο κ. Αλεβίζος, υποστηρίζει:

«Το γεγονός ότι δεν έχουμε δεδομένα και εικόνα του τι ακριβώς συμβαίνει στο θέμα αυτό, μας οδηγεί σε μια δυσκολία κατανόησης των ποιοτικών χαρακτηριστικών του θύτη. Συνήθως βέβαια, τόσο στις περιπτώσεις εκφοβισμού όσο και στις περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης στο διαδίκτυο, οι θύτες, έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά με τους θύτες, που προβαίνουν σε αντίστοιχες πράξεις, εκτός διαδικτύου. Ωστόσο, με την εξέλιξη της κοινωνίας, τα μέσα προσέγγισης των «κακοποιητών», μετακινούνται. Μετακινείται δηλαδή το περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης ενός παιδιού από το οικογενειακό τραπέζι, στο διαδίκτυο. Πρέπει όμως να πούμε στο σημείο αυτό, ότι στο παράδειγμα του διαδικτυακού εκφοβισμού, υπάρχει μια σημαντική διαφορά σε σχέση με τον «παραδοσιακό» εκφοβισμό. Στο διαδίκτυο, δεν χρειάζεται να είναι κάποιος πιο δυνατός για να εκφοβίσει ένα παιδί».

Η ψυχολογική διαχείριση του περιστατικού από το θύμα

Σχετικά με το πως, πρέπει, ένα παιδί-θύμα, να διαχειριστεί ένα τέτοιο περιστατικό, ο συνεντευξιαζόμενος, υπογραμμίζει:

«Όσες δυνάμεις και αποθέματα και αν έχουμε, μια τραυματική εμπειρία, χρειάζεται πάντα τη βοήθεια της οικογένειας μας, του κοινωνικού μας δικτύου αλλά και τη βοήθεια ενός ειδικού. Το παιδί-θύμα, νιώθει φόβο, θυμό, ντροπή και ενοχή, τέσσερα πολύ διαφορετικά συναισθήματα που μπερδεύονται μεταξύ τους, και δεν αρκεί μια μεμονωμένη προσπάθεια στήριξης, από κάποιον που δεν έχει τα επιστημονικά εργαλεία για να τη δώσει. Το παιδί πρέπει να νιώθει ότι μπορεί να μιλήσει στους γονείς του», οι οποίοι, σύμφωνα με τον κύριο Αλεβίζο:

«Θα πρέπει να έχουν διασφαλίσει ότι έχουν ένα ανοικτό δίκτυο επικοινωνίας με τα παιδιά τους, μέσα στο οποίο τα παιδιά θα μπορούν να «επικοινωνήσουν» οτιδήποτε, δίχως να φοβούνται την τιμωρία ή την κριτική. Από εκεί και πέρα, θα πρέπει να καταπολεμήσουν τα αρνητικά συναισθήματα που νιώθει το παιδί, θέτοντας ένα βασικό δεδομένο: Ότι το παιδί δεν έχει κάνει κάτι κακό και ότι δεν πρέπει να ντρέπεται. Παρέχοντας έτσι την πρώτη ασφάλεια στο παιδί, οι γονείς, μπορούν μετά να καλέσουν στην γραμμή του «Χαμόγελου», 1056, για να αναλύσουμε τις επόμενες κινήσεις που πρέπει να γίνουν».

Τέλος, όσον αφορά τα όσα μπορεί (και πρέπει) να κάνει η Πολιτεία για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ζητήματος, ο ψυχολόγος υποστηρίζει ότι «πρέπει να καταλάβουμε ότι πλέον, πέρα από την πραγματική ζωή, τα παιδιά έχουν την ψηφιακή ζωή, στην οποία έχουν ταυτότητα (ταυτότητες). Για να επιβιώσει ένας άνθρωπος μέσα σ’αυτή την ψηφιακή πραγματικότητα, πρέπει να αντιληφθούν όλοι οι αρμόδιοι φορείς και η Πολιτεία πως η ψηφιακή διαπαιδαγώγηση είναι εξαιρετικά σημαντική. Να μάθουν τα παιδιά, πως να αντιδρούν και πως να προστατεύουν τον εαυτό τους και τα δεδομένα τους».

Και πως μπορούν να προστατευτούν νομικά τα παιδιά-θύματα;

Ασφαλώς βέβαια, ιδιαίτερα σημαντική, είναι και η νομική προστασία των παιδιών που έχουν υπάρξει θύματα διαδικτυακού εκφοβισμού ή και σεξουαλικής παρενόχλησης.

«Αρχικά η είσοδος των παιδιών σε κάθε διαδικτυακή υπηρεσία έχει αυστηροποιηθεί από το 2018 και μετά, με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων, δηλαδή τον GDPR. Σύμφωνα με τον GDPR μόνη η συγκατάθεση του παιδιού κάτω των 15 ετών δεν αρκεί, καθώς οι πλατφόρμες πρέπει να εξασφαλίζουν και την έγκριση των γονέων τους. Αλλιώς η είσοδος των παιδιών σε αυτές τις σελίδες είναι παράνομη εξ αρχής. Έγκυρη συγκατάθεση δίνουν μόνα τους τα άτομα που έχουν συμπληρώσει τα 15 έτη. Αυτά για την ίδια την πρόσβαση των παιδιών στις διαδικτυακές υπηρεσίες γενικά. Ειδικότερα τώρα, για τον εκφοβισμό τους και την σεξουαλική παρενόχληση που μπορεί να λάβει και την μορφή της καταγραφής πράξεων υπάρχει αυστηρή ποινική νομοθεσία», αναφέρει ο δικηγόρος, Βασίλης Σωτηρόπουλος στο tvxs.gr και συνεχίζει:

«Μια πρακτική λύση για να αυξήσουν οι ίδιες οι πλατφόρμες την προστασία των ανηλίκων είναι να προσθέσουν ένα “κουμπί συναγερμού”. Πρόκειται για ένα εργαλείο που ενεργοποιεί ένα αντίστοιχο κέντρο επέμβασης της Αστυνομίας για τον άμεσο εντοπισμό δεδομένων του φερόμενου δράστη σε περίπτωση που ένα παιδί νιώσει ότι απειλείται»

Όσον αφορά τις νομικές ευθύνες του παρόχου (της ιστοσελίδας), ο κ. Σωτηρόπουλος, υποστηρίζει: «Η Οδηγία 2000/31/ΕΚ ορίζει ότι οι πάροχοι δεν έχουν προληπτική ευθύνη για το περιεχόμενο που φιλοξενούν, εκτός αν τους επισημανθεί και δεν το απομακρύνουν ταχέως. Όμως, υπάρχουν περιπτώσεις που ο πάροχος ενδέχεται να είναι εξ αρχής σε γνώση ότι όλη η διαδικτυακή υποδομή αφορά την τέλεση παράνομων πράξεων με ανηλίκους. Σε μια τέτοια περίπτωση, υπάρχει ευθύνη του παρόχου σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα».

«Ευθύνη έχουν οι πλατφόρμες κατά το άρθρο 348 του Ποινικού Κώδικα όταν κατ’ επάγγελμα ή από κερδοσκοπία επιχειρούν να διευκολύνουν, έστω και συγκαλυμμένα, με τη δημοσίευση αγγελίας ή εικόνας ή αριθμού τηλεφωνικής σύνδεσης ή με τη μετάδοση ηλεκτρονικών μηνυμάτων ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τη σεξουαλική πράξη με ανήλικο. Το αδίκημα αυτό τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή», αναφέρει ο δικηγόρος, επισημαίνοντας παράλληλα ότι:

«Ο Ποινικός Κώδικας περιλαμβάνει επίσης πολλές διατάξεις για την τιμωρία σεξουαλικών επιθέσεων σε ανήλικους. Η διάπραξη σεξουαλικής πράξης με ανήλικο κάτω των 15 ετών ή η παραπλάνηση με σκοπό να διενεργηθεί τέτοια πράξη είναι κακούργημα αν ο ανήλικος είναι κάτω των 12 ετών (κάθειρξη), όπως και μεταξύ 12 – 14 ετών (κάθειρξη έως 10 ετών). Είναι επίσης πλημμέλημα αν ο ανήλικος έχει συμπληρώσει τα 14 έτη (φυλάκιση 2 ετών)».

«Αξιόποινη είναι επίσης και η  με πρόθεση παραγωγή, προσφορά, πώληση ή με οποιονδήποτε τρόπο διάθεση ή κατοχή υλικιού παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων, μέσω πληροφοριακών συστημάτων. Ο ίδιος ο Ποινικός Κώδικας ορίζει ότι “υλικό παιδικής πορνογραφίας” συνιστά “η αναπαράσταση ή η πραγματική ή η εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα των γεννητικών οργάνων ή του σώματος εν γένει του ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και της πραγματικής ή εικονικής γενετήσιας πράξης που διενεργείται από ή με ανήλικο. Αν οι πράξεις αυτές τελέστηκαν κατ’ επάγγελμα τιμωρούνται με κάθειρξη έως 10 ετών και με χρηματική ποινή», υπογραμμίζει ο κ. Σωτηρόπουλος, συνεχίζοντας:

«Ακόμη όμως κι αν δεν τελούνται κατ’ επάγγελμα, η κάθειρξη αυτή επιβάλλεται και αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας συνδέεται με την εκμετάλλευση της ανάγκης, της ψυχικής ή της διανοητικής ασθένειας ή της σωματικής δυσλειτουργίας, λόγω οργανικής νόσου ανηλίκου ή με την άσκηση ή απειλή χρήσης βίας ανηλίκου ή με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος ή αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας εξέθεσε τη ζωή του ανηλίκου σε σοβαρό κίνδυνο».

«Τέλος, όποιος εξωθεί ή ή παρασύρει ανήλικο προκειμένου να συμμετάσχει σε πορνογραφικές παραστάσεις ή διοργανώνει αυτές, τιμωρείται ως εξής:  α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα αλλά όχι τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη έως δέκα έτη, γ) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.  Εφόσον οι πράξεις τελέστηκαν με τη χρήση βίας ή απειλής, προκειμένου να συμμετάσχει ανήλικος σε πορνογραφικές παραστάσεις ή με σκοπό την επιδίωξη οικονομικού οφέλους από αυτές, επιβάλλεται: α) στην περίπτωση α΄ τ κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) στην περίπτωση β΄ κάθειρξη, γ) στην περίπτωση γ΄ κάθειρξη έως δέκα έτη», καταλήγει ο δικηγόρος.

tvxs.gr/

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here