Σταύρωση χωρίς Ανάσταση-Μικρασιατική Καταστροφή 1922

0

Του σκηνοθέτη Αλέξανδρου Παπαηλιού

«Πάντα τά μάτια τῆς ψυχῆς μας                                                                                                       

ὀρθάνοικτα πρός τήν Ἀνατολή»

  1. Η Μικρασιατική Καταστροφή είναι Πύλη Αυτοσυνείδησης του Ελληνισμού και ἀναμφίβολα ἀποτελεῖ γιά την Ελλάδα την  μεγαλύτερη τραγωδία τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Όσα καί ἄν γραφοῦν, ὅσα καί ἄν εἰπωθοῦν, ποτέ δέν θά εἶναι ἀρκετά γιά νά ἐκφράσουν τόν πόνο καί τήν ὀδύνη εκείνης της περιόδου.

Κανείς  οικουμενικός Έλληνας δε θα μπορούσε να μη συμμεριστεί την Ουσία που κρύβεται πίσω από τον αβάσταχτο πόνο και τη νοσταλγία των χαμένων πατρίδων. Ζούμε όμως στην εποχή της λησμονιάς του ουσιώδους. Ένας μεγάλος κόσμος βαθειών εμβιώσεων αποσύρεται προς το παρελθόν.  Χάνεται σιγά-σιγά η ψυχή μας.

Ο σοφός Όμηρος ετοποθέτησε τη Μοίρα επάνω και από τους θεούς, έτσι ούτε αυτοί μπόρεσαν να αλλάξουν την ανθρώπινη μοίρα μας. Αρμόδιος καιρός να σκεφτούμε τις πληγές μας. Έτσι ορίζει το εκκρεμές της υπάρξεως, το αέναο.

Δυό-τρία λόγια λοιπόν, γιά τη θεώρηση της Μικρασιατικής Πληγής, κάποιες νύξεις σ’ ένα θέμα, που αποτελεί τη μεγαλύτερη ίσως Πύλη Αυτοσυνείδησης του Ελληνισμού, ανάμεσα στις άλλες – τον Όμηρο, τον Αλέξανδρο, την Άλωση, το ’21, το ’40, τον Εμφύλιο, την Κύπρο, το διαρκές ατομικό και σπανιώτερα συλλογικό Αντάρτικο του Έλληνα. Μικρασία, το χώμα σου είναι αγιασμένο, το φως σου ιερό, «Μύρον εκκεχυμένον το όνομα σου». Μικρασία, μια Πύλη που είναι χρήσιμο αν όχι αναγκαίο να την διαβούν, οι νεοέλληνες.

2. Οι απόψεις τοῦ βασιλέως Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού της Ελλάδος Ελευθερίου Βενιζέλου αναφορικά με τη στάση, που έπρεπε να ακολουθήσει η Ελλάδα στον Α’ Μεγάλο Ευρωπαϊκό Πόλεμο, αποτέλεσαν αντικείμενο διαφωνίας, καθώς ο Βενιζέλος τάχθηκε υπέρ της Εγκάρδιας Συνεννόησης με την Αντάντ, ενώ ο Κωνσταντίνος υπέρ της Γερμανίας καί των λοιπών Κεντρικών Δυνάμεων. Η διαμάχη αυτή οδήγησε τελικά στόν ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΧΑΣΜΟ.

Με τήν υπογραφή της ανακωχής, ενώ η σουλτανική κυβέρνηση μέ επικεφαλής το Μεχμέτ τον Στ’ Βαχντεντίν συναινεί στή συνεργασία μέ τίς Μεγάλες Δυνάμεις, οι επικεφαλείς της οργάνωσης «Ένωσις και Πρόοδος», που εκπροσωπούν τον αναδυόμενο τουρκικό εθνικιστικό αγώνα, καταφεύγουν στο εξωτερικό.

Στο Παρίσι, ενώ ἡ Διάσκεψη της Ειρήνης προσπαθεί να συμβιβάσει παλαιότερες συμφωνίες διανομής της Τουρκίας με τις αξιώσεις των Ελλήνων, Αρμενίων, Εβραίων καί Κούρδων, η πολιτική καί στρατιωτική κατάσταση της Τουρκίας είναι εξαιρετικά ρευστή.

Τό Ανατολικό ζήτημα – η εύρεση δηλαδή μιας συμβιβαστικής λύσης μεταξύ των νικητριών δυνάμεων, για τό διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – λόγω των αντικρουόμενων συμφερόντων, συνεχίζει νά εκκρεμεί. Τό Δεκέμβριο του 1918, ὁταν ο Βενιζέλος διεκδικεί τη Θράκη και τη Δυτική Μικρά Ασία, με σχετικό υπόμνημμά του, προκαλεί ήδη τη δυσαρέσκεια και την αντίδραση της Ιταλίας.

Μετά το τέλος του Α ́ Παγκοσμίου Πολέμου ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις γιά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών μεταξύ των χωρών της Αντάντ και της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το σημαντικότερο σημείο της ανακωχής ήταν αυτό που επέτρεπε στους νικητές νά καταλαμβάνουν προσωρινά οποιαδήποτε περιοχή της οθωμανικής επικράτειας γιά λόγους ασφαλείας. Ωστόσο, η υποδοχή που επιφυλάσσουν οι μειονότητες στις συμμαχικές δυνάμεις κατοχής την περίοδο αυτή και ιδιαίτερα η εμφάνιση ελληνικού πολεμικού πλοίου στο Βόσπορο εντείνουν τον τουρκικό εθνικισμό.

Η Συνθήκη των Σεβρών παραχωρούσε στην Ελλάδα ολόκληρη τη Θράκη, μέχρι τήν Τσατάλτζα, έξω από τήν Πόλη. Αναγνώριζε την προσάρτηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και ανέθετε την πολιτική και στρατιωτική διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης στην Ελλάδα για τα επόμενα πέντε χρόνια, μετά τα οποία θα ακολουθούσε δημοψήφισμα.

Αμέσως μετά, οι Σύμμαχοι – με πρωτοβουλία του Άγγλου πρωθυπουργού Lloyd George – με αφορμή την κατάληψη της Αττάλειας από τους Ιταλούς, το Μάρτιο του 1919, αποφασίζουν εσπευσμένα, για νά αποτρέψουν μία πιθανή επέκταση της Ιταλικής κατοχής, την αποστολή ελληνικού στρατού στη Σμύρνη. Η προσωρινή αποχώρηση της Ιταλίας από τη Διάσκεψη της Ειρήνης δίνει στό Βενιζέλο τη δυνατότητα της μεθόδευσης της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Η συμπόρευση της Ἑλλάδος με τη Μεγάλη Βρεττανία σε μία διπλωματικά και πολιτικά ρευστή συγκυρία, προκαλεί τη δυσφορία όχι μόνο της Ιταλίας – η οποία φιλοδοξούσε την επέκταση της κυριαρχίας της πέρα από τα Δωδεκάνησα – αλλά και της Γαλλίας, η οποία διεκδικεί τα δικά της συμφέροντα στα εδάφη της Μικράς Ασίας.

Ο Ελληνικός Στρατός, κατόπιν εντολής των δυνάμεων της Αντάντ αποβιβάστηκε στη Σμύρνη στις 2/15 Μαΐου 1919. Την κατάληψη της πόλης και τα αιματηρά γεγονότα της 2ας Μαΐου ακολούθησε η επέκταση της ελληνικής ζώνης κατοχής προς την ενδοχώρα.

Η εντολή δόθηκε βάσει του άρθρου 7 της Ανακωχής του Μούδρου, το οποίο όριζε πως «Οι Συμμαχικές Δυνάμεις έχουν το δικαίωμα να καταλαμβάνουν οποιοδήποτε στρατηγικό σημείο [της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας] σε περίπτωση δημιουργίας κατάστασης που θα μπορούσε ν’ απειλήσει την ασφάλειά τους».

Οι τοπικές εφημερίδες γράφουν «τά παιδιά της Ελεύθερης Ελλάδας, ξεκίνησαν από τους κάμπους και τα βουνά της, για να έρθουν νά μας ελευθερώσουν εμάς τους σκλάβους αδελφούς της Μικρασίας». Ίσως έτσι να εξηγείται και ο μεγάλος αριθμός Ελλήνων της διασποράς, που είχαν ενταχθεί στον ελληνικό στρατό για να πολεμήσουν για την πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας.

3. Ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις και κυρίως η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη (2/15 Μαΐου 1919), επηρεάζουν καθοριστικά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Τούρκων εθνικιστών. Παρά το γεγονός ότι η σουλτανική κυβέρνηση επεδίωκε τη συνεργασία με τις δυνάμεις κατοχής, που είχαν καταλάβει την Κωνσταντινούπολη και άλλα τμήματα του οθωμανικού εδάφους, για τους τούρκους εθνικιστές η άφιξη των ξένων δυνάμεων και ιδιαίτερα η παρουσία του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη σήμαινε την πλήρη αποσύνθεση της χώρας. Ίσως να μην μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι τέσσερις μόνο ημέρες μετά από την ελληνική απόβαση στη Σμύρνη ο Τούρκος στρατηγός, αρχηγός του εθνικιστικού κινήματος και μετέπειτα ιδρυτής της Τουρκικής Δημοκρατίας Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ) ξεκινούσε από τη Σαμψούντα την ένοπλη εθνική αντίσταση κατά των ξένων κατακτητών, αλλά και των σουλτανικών δυνάμεων.

Οι επιδρομές των Κεμαλικών κατά των Άγγλων αρχικά στη νοτιοανατολική Τουρκία και στην περιοχή νότια της Πόλης, αργότερα κατά των Γάλλων στην Κιλικία, κατά των Ιταλῶν στη νοτιοδυτική Τουρκία και κατά των Ελλήνων στην ενδοχώρα της Σμύρνης οδήγησαν στην απόφαση των Άγγλων να ζητήσουν την αρωγή του ελληνικοῦ στρατού στα περίχωρα της Προποντίδας. Χωρίς κανένα αντάλλαγμα προς την κυβέρνηση Βενιζέλου για τη διευκόλυνση αὐτή.

  1.  Για την Ελλάδα, η παρουσία του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη είχε κυρίως έννοια ιδεολογική και συναισθηματική όχι μόνο για την ίδια τη χώρα, αλλά και για τον αλύτρωτο ελληνισμό της Μικράς Ασίας, του οποίου διακαής επιθυμία αποτελούσε η απελευθέρωσή του από το δεσποτικό οθωμανικό καθεστώς. Ήδη, από την περίοδο 1913-1918, με την άνοδο στην εξουσία των εθνικιστών Νεοτούρκων, η συμβίωση χριστιανών και μουσουλμάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε καταστεί δυσχερέστερη. Το καθεστώς των Νεοτούρκων είχε εξουδετερώσει το σύστημα των μιλλέτ, το οποίο, παρά τις ατέλειές του, διασφάλιζε κατά κάποιον τρόπο τα δικαιώματα των μη μουσουλμάνων την περίοδο της Οθωμανικής διοίκησης. Η υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών (28 Ἰουλίου / 10 Αὐγούστου 1920), αποτέλεσμα σκληρών διαπραγματεύσεων για σχεδόν είκοσι μήνες, ενώ νομιμοποιούσε την ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία, συνάμα, οδηγούσε στην απαρχή μιας νέας ελληνοτουρκικής αντιδικίας.

Από την άλλη πλευρά, η ευαισθητοποίηση και συμπαράσταση των μουσουλμάνων της Μέσης Ανατολής και ιδιαίτερα της Ινδίας, στην έκκληση του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος, παροτρύνουν τους Συμμάχους στη σύναψη μυστικών συμφωνιών ανακωχής και ειρήνης με τους Νεότουρκους. Από τον Αύγουστο του 1920 η κυβέρνηση του Μουσταφά Κεμάλ αποκατέστησε τις διπλωματικές σχέσεις με την Κυβέρνηση των Μπολσεβίκων και το Μάρτιο του 1921 οριστικοποιήθηκαν τα ανατολικά σύνορα της Τουρκίας.

5. Δυσμενείς συνέπειες στην ενσωμάτωση της Ιωνίας στην Ελλάδα είχε και η ρευστότητα της διεθνούς πολιτικής σκηνής και ιδιαίτερα ο ανταγωνισμός μεταξύ Μεγάλης Βρεττανίας και Γαλλίας. Οι εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στη Ρωσία, με την επικράτηση των Μπολσεβίκων, αλλά και η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, με τα οικονομικά συμφέροντα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν ευνοούν τα σχέδια της Ελλάδος.

Σε αυτή την κρίσιμη καμπή, το επίσημο Ελληνικό κράτος, αντιμέτωπο με τον Εθνικό Διχασμό − με τη διάσπαση δηλαδή της εθνικῆς ενότητας, που εξακολουθεί να κυριαρχεί ανελλιπώς από το 1914, μεταξύ του βασιλιά και του Βενιζέλου − και με πλειάδα ατυχών χειρισμών, αδυνατει να επικεντρωθεί στα μείζονος σημασίας θέματα και παραβλέπει την αναδυομένη δυναμική του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος.

Η δολοφονική απόπειρα εναντίον του Βενιζέλου τον Αύγουστο του 1920 και η αστάθεια που επικρατεί στην ελληνική πολιτική σκηνή, δεν παρέχουν τη δυνατότητα αντικειμενικής αξιολόγησης της νέας πολιτικής κατάστασης. Αναμφισβήτητα, οι έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις που προκύπτουν σε μία δυσχερή στιγμή για τον ελληνισμό, διχάζουν και αποδυναμώνουν τη χώρα.

Η ήττα των Φιλελευθέρων και η επάνοδος του γερμανόφιλου Κωνσταντίνου ήταν η επίσημη αιτία της ξαφνικής αλλαγής των Συμμάχων.

6. Το αποτέλεσμα των εκλογών σε μία κρίσιμη στιγμή για τον ελληνισμό προκαλεί απογοήτευση και αποκαρδιώνει και τον ελληνικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας.  Δυστυχώς, το εκλογικό αποτέλεσμα, δηλαδή η ήττα του Βενιζέλου (Νοέμβριος 1920) και η επαναφορά του γερμανόφιλου βασιλιά Κωνσταντίνου, παρέχουν την κατάλληλη δικαιολογία στίς Μεγάλες Δυνάμεις για να διακόψουν κάθε οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα και να αναλάβουν το ρόλο του «ουδέτερου παρατηρητή», αδιαφορώντας για τη μοίρα του χριστιανικού πληθυσμού στη Μικρά Ασία.

Ἐτσι, τα τουρκικά στρατεύματα ενισχύονται με νέο πολεμικό υλικό από τη Ρωσία, την Ιταλία και τη Γαλλία. Η ἀλλαγή της κυβέρνησης στην Ελλάδα τους προσέφερε την αφορμή για την ούτως ή άλλως επιδιωκόμενη αναθεώρηση της συνθήκης των Σεβρών. Απόρροια τούτου, αποτέλεσε η συμμετοχή και των Κεμαλιστών, παράλληλα με τους εκπροσώπους του σουλτανικού καθεστώτος, στη διασυμμαχική Συνδιάσκεψη του Λονδίνου (Φεβρουάριος 1921). Έτσι, οι Κεμαλιστές παραβρέθηκαν ως προσκεκλημένοι των Συμμάχων, αναγνωριζόμενοι ως ισότιμοι και νόμιμοι συνομιλητές της Ελλάδος για την επίλυση του Μικρασιατικού ζητήματος.

Και ενώ οι προτάσεις της Συμμαχίας για εύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης, απορρίπτονται επανειλημμένως από την Αθήνα, η απομονωμένη πλέον Ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει τον Μικρασιατικό πόλεμο, παρά τις προεκλογικές εξαγγελίες για τον άμεσο τερματισμό του. Ακόμα και όταν η ίδια η Στρατιά προτείνει τη διακοπή των επιχειρήσεων προς την Άγκυρα, η βασιλική κυβέρνηση επιμένει στη συνέχιση της προέλασης του στρατού. Η αντικατάσταση του εμπειροπόλεμου ελληνικού στρατιωτικού επιτελείου από τους βασιλικούς, αποδυναμώνει περαιτέρω τον ελληνικό στρατό.

Η αδυναμία της φιλοβασιλικής ηγεσίας να προβλέψει και να ερμηνεύσει σωστά τα νεα διπλωματικά και στρατιωτικά δεδομένα της εποχής τα οποία δεν ευνοούν την Ελλάδα, είχε καταστροφικά αποτελέσματα για το μικρασιατικό ζήτημα. Η πραγματικότητα αυτή γίνεται αντιληπτή όταν, παρά τις εντυπωσιακές επιτυχίες του ελληνικού στρατού στα πεδία της μάχης κατά την περίοδο Μαρτίου-Αυγούστου 1921, η ελληνική πορεία προς την Άγκυρα ανακόπτεται απότομα και αμετάκλητα στις όχθες του ποταμού Σαγγάριου, μετά από δραματική μάχη. Έχοντας διανύσει την Αλμυρά Έρημο κάτω από τον ανελέητο ήλιο του καλοκαιριού και με σοβαρά προβλήματα ανεφοδιασμού, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν σε θέση να συντρίψει στρατιωτικά τον Μουσταφά Κεμάλ στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας, όπου το τουρκικό στοιχείο κυριαρχούσε.

Η παρουσία του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, που είχε ως πρωταρχικό στόχο την ασφάλεια του ελληνικού πληθυσμού των μικρασιατικών παραλίων, είχε τώρα λάβει διαφορετική τροπή. Παρά τα δυσάρεστα από το μέτωπο μηνύματα για την Ελλάδα, δεν λαμβάνονται προληπτικά μέτρα για την προστασία του άμαχου χριστιανικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας, ο οποίος από τον Αύγουστο του 1922 προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεφύγει από την επερχομένη λαίλαπα.

7. Με την κατάρρευση του Μικρασιατικού μετώπου στις 13/26 Αυγούστου 1922 και την έκτακτη και άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού, οι έλληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Θράκης αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις προγονικές εστίες τους.

Κάνοντας έναν απολογισμό της Μικρασιατικής Εκστρατείας πολλοί καταλήγουν στό συμπέρασμα ότι: Από την ημέρα που περιφρονήσαμε τα γεωγραφικά όρια της Συνθήκης των Σεβρών, για να ριχτούμε στις περιπέτειες μιας εκστρατείας στα βαθιά της Ανατολής, καμία στρατιωτική επιτυχία μας δεν ήταν ικανή να μας ξαγκιστρώση από τη Μικρασία, που τόσο επιπόλαια προχωρήσαμε και αγκιστρωθήκαμε.

Άλλοι σχολιάζοντας την Καταστροφή γράφουν με σχετική αισιοδοξία ότι: Στην ιστορία των λαών, μια συμφορά, σαν του 1922, είναι ένα επεισόδιο – ἀν μπορεί να θεωρηθεί επεισόδιο το ξερρίζωμα της Φυλής από την προαιώνια κοιτίδα του, την Μικρασία. Όλα διορθώνονται, φτάνει να έχη ο λαός αυτός πίστη στα ιδανικά του, να μπορεί να μετρά το βάθος της πτώσεώς του, για να ξέρη πόσο πρέπει να εντείνη την προσπάθειά του για ανόρθωση.

Η δεκαετία 1912-1922 έχει καταγράψει αναμφίβολα την πιό σκληρή αναμέτρηση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, προκαλώντας την ώξυνση του τουρκικού εθνικισμού. Για την Ελλάδα, ενώ ἡ δεκαετία ξεκίνησε μέ πετυχημένους ελιγμούς, στο τέλος η ίδια βρέθηκε απομονωμένη, χωρίς συμμάχους και οριστικά αποκομμένη από την Ανατολή. Τραγική είναι η πεποίθηση πολλών ότι τον ελληνικό στρατό δεν τον νίκησε η Άγκυρα, αλλά η Αθήνα.

Τη μικρότερη αξία στη θεώρηση των Μικρασιατικών έχει η χακί τεκμηρίωση μειοδοσιών, γιατί οργανικά είναι πάντοτε Ελλειπής, ικανή ίσως να δικάσει κι εκτελέσει «υπευθύνους», ή να υψώσει κατάρες κατά του τυχοδιωκτισμού, αλλά ανίκανη να ανοίξει την ιστορική Πύλη, η οποία μηδέποτε συρρικνούται σε military case study.

Το μέγιστο που μπορεί να αποδώσει είναι λίγο, αν και πολύ πάνω από ένα κουρελόχαρτο Συμμαχικής Εντολής για τη Σμύρνη ή ένα κουρελόχαρτο των Σεβρών.

Είναι μόνο μιά πολύτιμη κραυγή της ύστερης γνώσης, μιά τραγική κραυγή απ’ τα στερνά του μεγάλου Βενιζέλου – «γιά το διχασμό, ο υπεύθυνος είμαι εγώ».

Εθνικό Ιστορικό Μουσείο (Ε.Ι.Μ) 100 χρόνια από την Μικρασιατική Καταστροφή

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here