ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ

0

Αναζητώντας ο Αριστοτέλης την υπερτάτην δύναμιν ασφάλειας και προστασίας υπό την οποίαν με ευρυθμίαν και ευαρμοστίαν πάσα κοσμική ύπαρξις διαβιοί, διετύπωσε το ερώτημα: «Τι το ον το πάλαιτε και νυν και αεί ζητούμενον και απορούμενον». Στη συνέχεια, ο λογικός και βαθύτατα μεταφυσικός στοχασμός ωδήγησε το φιλόσοφο στο συμπέρασμα ότι «το κινούν ακίνητον» είναι η δύναμις αυτή, την οποίαν ζητούμε, υπονοώντας το Θεό, χωρίς να τον ονομάζει.

Παραλλήλως ο Πλάτων, κινούμενος εις τον υπερβατικόν χώρον των ιδεών περισσότερον παρά εις τον κόσμον της εμπειρίας, προσεγγίζει το ζητούμενον ως θείον εις τον Θεαίτητον, «ύψιστον τω ανθρώπω η ομοίωσις τω θείω» και ως Θεόν εις την απολογίαν Σωκράτους, όπου απευθυνόμενος ο Σωκράτης στους δικαστές λέγει: «Τον λοιπόν βίον καθεύδοντες διατελείτε αν, ει μή τινα άλλον υμίν ο Θεός επιπέμψειεν κηδόμενος υμών» Πλ. Απολ. 31α.

Οι δύο λοιπόν αυτοί γίγαντες της ανθρώπινης σοφίας, μας εκληροδότησαν τη γνώση περί του είναι Θεόν, την οποίαν αποσαφήνισε με την παρουσίαν Του ο Χριστός εις τον κόσμον διά του «Εγώ ειμί το φως, η αλήθεια και η ζωή».

Και μπορεί να διερωτηθεί κανείς: Εάν η προχριστιανική ανθρωπότης διεκατείχετο κυρίως από την σφοδράν επιθυμίαν, με σεβασμόν, με σοβαρότητα και με δέος να γνωρίσει το υπέρτατον ον, πως ημείς οι Χριστιανοί σήμερον, όπου εγνωρίσαμε τον Θεόν εις το πρόσωοπν του Χριστού και ως άνθρωπο, πως εκφευξώμεθα της κατηγορίας ότι αμελήσαμε  τοιούτον προγονικόν θησαυρόν και την του Κυρίου μας Ιησού Χριστού λυτρωτικήν παρουσίαν;

Και η κατηγορία ανελέητα στρέφεται κατ’ επάνωμας σήμερα, όπου καθώς δυανύομε την κρίση του κορωναϊού, πολλοί εισερχόμεθα εις τον οίκον του Θεού αναρμόστως, χωρίς επίγνωσιν της σχέσεώς μας με τον Θεόν, παντοιοτρόπως μασκαρευόμενοι και με τρόμο, ακόμα δε και με δισταγμό να κοινωνήσουμε των αχράντων μυστήριων. Σοβαρότατον ατόπημα και θλιβερότατον υπαρξιακόν ναυάγιον.

Είναι τόσο δύσκολο να καταλάβουμε ότι, εισορχόμενοι με πίστη στο ναό, τελούμε υπό την υψηλή προστασία του Κυρίου μας; Αυτή την προστασία μπορεί να συμπληρώσει ή να υποκαταστήσει η μάσκα; Είναι σαν να λέγουν οι εισερχόμενοι εις τον ναόν μασκοφορεμένοι: Χριστέ μου σε πιστεύουμε, αλλά για καλό και για κακό, για απόλυτη ασφάλεια, ας φορέσωμε και τη μάσκα. Έτσι σχετικοποιείται η προστασία του απολύτου του Θεού, και απολυτοποιείται η προστασία της μάσκας. Παράλογον και ολιγόπιστον.

Δεύτερον ατόπημα, ο φόβος μήπως από τη θεία κοινωνία νοσήσωμε. Μα είμαστε καλά; Λειτουργεί λογικά ο νους μας ή καθολοκληρίαν δαιμονικά; Όταν σώμα και αίμα Χριστού προσφέρωνται εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον, είναι δυνατόν να ελλοχεύει μέσα εις το άγιον ποτήριον κανένα μικρόβιον ή ο κίνδυνος του θανάτου; Πλήρης πνευματική αποδόμησις και καθαρή δαιμονοκρατία.

Έτερον παιδαριώδες και γελοίον συμβαίνει με τους προσερχομένους προς θείαν κοινωνίαν με κρεμασμένη κάτω από το λαιμό τους τη μάσκα. Και το τραγικόν είναι ότι μετά την λήψιν του σώματος και του αίματος του Χριστού, βάζουν πάλι τη μάσκα για προστασία, χωρίς να συναισθάνωνται τι έβαλαν μέσα τους. Παρότι μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης καλούνται από τον λειτουργόν του Υψίστου να προσέλθουν, αθεόφοβοι και κατά το επιεικές ολιγόπιστοι αποτολμούν και προσέρχονται.

Την όλην δε εικόνα των ατοπημάτων δυστυχώς παρατηρούμε εις τα γύναια εκείνα, τα οποία προχωρούν, προσέρχονται προς θείαν κοινωνίαν με τη μάσκα, μπογιατισμένα τα νύχια και το πρόσωπο και με ενδυμασίαν ανδρικήν (παντελόνι), αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το λόγο του Θεού, που κατηγορηματικά δηλώνει: «Ουκ έσται σκεύη ανδρός επί γυναικί, ουδέ μη ενδύσηται ανήρ στολήν γυναικείαν, ότι βδέλυγμα Κυρίω τω Θεώ σου έστι πας ο ποιών ταύτα» Δευτερονόμιον ΚΒ5.

Ζητώντας σήμερα τη διέξοδο από τα δεινά που μας πολιορκούν και μας βασανίζουν, δυσπραγία οικονομική, βαρβαρικές απειλές, κορωνοϊός ανελέητος, ας αναθεωρήσουμε πολλά στη ζωή μας, κυρίως στις σχέσεις μας προς την Εκκλησία, το Χριστό, ας εγκαταλείψωμε, ας αφήσωμε επιτέλους την θνητήν φλυαρίαν της αμαρτίας και ας αρθρώσωμε τον καθαρόν λόγον της αιωνίου μακαριότητος, της αληθείας, διά την σωτηρίαν μας και προς δόξαν του Τριαδικού Θεού ανά τους αιώνας αμήν.

ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΜΠΕΡΔΑΛΗΣ

τ. Επιθεωρητής Εκπαιδεύσεως

Φιλόλογος – Θεολόγος

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here