ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ ΤΟΥ ΟΓΑ

0

Γράφει ο Στ. Γρ. Παπαντώνης

-Βρε, καλός και άγιος ο ανιψιός και σέμπρος μου, ο Γιαννάκος, αλλά έχει, βλέπεις και το κακό χούι να είναι ταμαχιάρης. Δε χορταίνει δουλειά. Ορίστε! Κοντεύει να νυχτώσει και ακόμη να φανεί. Και τα αλογάκια, τα καημένα, το δικό του και το δικό μας τι του χρωστάνε;Γ

Η σύζυγός του, καίτοι συμφωνεί μαζί του, προσπαθεί να τον καθησυχάσει.

-Σώπα, σώπα, όπου να ‘ναι θα γυρίσει…

-Μα, δε λυπάται τα ζα, ο αθεόφοβος;

Άργησε πιο πολύ από τα συνηθισμένα όρια ο ζευγολάτης. Ξέφυγε!

Γύρισε νυχτωμένα και είπε στο μπάρμπα του:

-Συγγνώμη! Άργησα για να γλιτώσω το κτήμα, που όργωνα, για να μη μου μείνει λίγο για την αναποδιά…

Παρέλαβε, αμίλητος, ο παππούς το δικό του αλογάκι, τον Ψαρή, τον χάϊδεψε, του γλυκομίλησε και το οδήγησε στο ζεστό του στάβλο, με το παχνί (φάτνη) γεμάτο λαχταριστό σανό.

Δείπνησε, σε λίγο, το ηλικιωμένο αντρόγυνο. Σαν απόφαγε ο παππούς, βγήκε έξω στην αυλή, ξεκρέμασε από τη μουριά το κατακάθαρο κουβά (μουλαρότεσα), τον ξέπλυνε και τον γέμισε γάργαρο νεράκι από τη βρύση της αυλής. Τράβηξε πια προς το στάβλο, όπου ο Ψαρής ροκάνιζε την τραγανή τροφή του.

Στο αντίκρισμα του νερού, το ζώο σταμάτησε το ροκάνισμα και, με τα μεγάλα μάτια του δήλωσε τη χαρά του και την αγάπη του για το νοικοκύρη. Εκείνος το ζύγωσε προσφέροντας του το ποθητό νεράκι.

Συνήθιζε ο παππούς, ιδίως όταν το άλογο εργαζόταν ολημερίς στο κοπιαστικό καμάτι (όργωμα), να μην το ποτίζει  π ο τ έ  κουρασμένο και ιδρωμένο, για να είναι γερό το ζώο του.

Ο Ψαρής ήπιε με βουλιμία, άδειασε τον κουβά και στράφηκε ξανά προς τον παππού, θαρρείς από ευγνωμοσύνη.

Το επόμενο πρωί, με το χάραμα, θα ακολουθούσε ο ντουρβάς με τον «καρπό» – κριθάρι ή βρώμη – και, στη συνέχεια, άλλο ένα πότισμα ώστε, χορτάτο πια, το ζωντανό να μπορεί να δουλέψει…

Οργώθηκαν τα λιοκτήματα (όλοι όργωναν παλιά τις ελιές) και των δύο σέμπρων (συνεργατών στο ζευγάρι), μα ο παππούς, φορτωμένος χρόνια και κουρασμένος, σκέφτηκε ν` ακούσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του: να περιορίσει τις δουλειές, το δε όργωμα να το εγκαταλείψει.

Τότε η γιαγιά, καλοπροαίρετα η καημένη, του πρότεινε:

-Αφού δε θα οργώνεις πια, πιστεύω πως πρέπει να πουλήσεις το άλογο. Πες στο συγγενή μας, τον τσαμπάση (ζωέμπορος)…

-Να  π ο υ λ ή σ ω  το άλογο, είπες; Φώναξε, ωσάν να τον χτύπησε κεραυνός, ο παππούς, διακόπτοντας την. Αυτό δε θα γίνει  π ο τ έ !

Ο τόνος της φωνής του φανέρωνε την κατηγορηματική, την αμετάπειστη γνώμη του.

-Καλά, χριστιανέ μου, μην εκνευρίζεσαι! Μια κουβέντα είπα και εκείνη μάλιστα μου την έκοψες στη μέση, απάντησε ήρεμα η γερόντισσα.

Ήρεμα μίλησε τώρα και ο παππούς.

-Το θέλω το ζωντανό, γυναίκα, όπως ήθελες και εσύ τη γίδα. Θυμάσαι, που σου πρότεινα να πουλήσουμε τη γίδα, την Κανέλα, που είναι μεγαλούτσικη και να έχουμε μόνο τη νέα, τη Χιόνα; Να μην κουράζεσαι πολύ. Έχεις και τις δουλειές του σπιτιού. Αλλά η αγάπη σου για τα δύο γαλακτερά μας ζωντανά δε σ’ άφησε να δεχτείς την πρόταση μου. Έτσι;

-Μάλιστα! Έτσι έγινε τότε.

-Τώρα λοιπόν, καλή μου, σε παρακαλώ να σεβαστείς και εσύ τη δική μου επιθυμία: Το άλογο θα μείνει μαζί μας. Θα το χρησιμοποιούμε για ελαφρές δουλειές. Όχι όργωμα, όχι αλώνισμα, όχι βαρύ φορτίο… Όσο για τα έξοδα διατροφής του πιστεύω πως οι δυο αγροτικές μας συντάξεις, μαζί με τα ψιλά από τις οικονομίες μας, φτάνουν και για τον Ψαρή, που στο κάτω – κάτω γέρασε κοπιάζοντας και ιδροκοπώντας στη γη μας. Δικαιούται αυτήν την πολυτέλεια δε νομίζεις;

Πώς να αρνηθεί η γιαγιά την αλήθεια;

Έτσι ο Ψαρής πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του ως… συνταξιούχος του ΟΓΑ.

Στ. Γρ. Παπαντώνης

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here