Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής : ο πλούσιος νεανίσκος

0
Στό δρόμο γιά τήν τελειότητα

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς  ιγ’ Λουκᾶ (Λουκ. ιη΄ 18-27)

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ λέγων· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. ὁ δὲ εἶπε· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· καὶ τίς δύναται σωθῆναι; ὁ δὲ εἶπε· τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀν­­θρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι

«Ἔτι ἕν σοι λείπει»

Δὲν εἶχε εὐτυχὴ κατάληξη ἡ συνάντηση τοῦ πλούσιου ἐκείνου νεανίσκου μὲ τὸν Κύριο, τὴν ὁποία μᾶς περιγράφει τὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Ἔφυγε λυπημένος ὁ νέος ὅταν ὁ Κύριος τοῦ ζήτησε νὰ ἀποχωριστεῖ αὐτὸ τὸ ἕνα ποὺ κρατοῦσε αἰχμάλωτη τὴν ψυχή του: τὸ χρῆμα.

Γιατί ὅμως νὰ συμβεῖ ἔτσι; Γιατί ὁ Κύριος νὰ μὴ δεχθεῖ κοντά του τὸν πλούσιο νέο, ἔστω μὲ αὐτὴν τὴν ἀδυναμία ποὺ εἶχε στὸν πλοῦτο; Μὰ ὁ Κύριος δὲν θέλει οἱ μαθητές του νὰ Τὸν ἀκολου­θοῦν μὲ ἐπιπολαιότητα ἀλλὰ μὲ σταθερότητα καὶ ἀπόφαση θυσίας. Θέλει νὰ ἀγωνίζονται, ὥστε νὰ μὴν ὑστεροῦν σὲ τίποτε. Νὰ γίνονται τέλειοι! Αὐ­τὸς εἶναι ὁ τελικὸς στόχος γιὰ κάθε χριστιανό.

Ἂς δοῦμε λοιπὸν πῶς κι ἐμεῖς μπο­ροῦ­με νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὴν τὴν τελειότητα.

1. Μὲ αὐτογνωσία καὶ ἀγώνα

Πρῶτον, ὀφείλουμε νὰ ἀποκτήσουμε καλὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Νὰ ἀνακρίνουμε τὴ ζωή μας καὶ νὰ βαθμολογήσουμε τὴ σχέση μας μὲ τὸν Κύριο ­Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ πλούσιος νέος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου νόμιζε ὅτι εἶναι κα­λὸς ἐπειδὴ τηροῦσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἀποδείχθηκε ὅμως, ἡ θρησκευτικότητά του ἦταν μᾶλλον τυπικὴ καὶ ἐξωτερική. Νόμιζε ὅτι ἡ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ καθορίζεται ἀπὸ ἕνα ­σύνολο καλῶν πράξεων. Ἀπέφευγε τὶς σοβαρὲς ­παραβάσεις τοῦ νόμου καὶ περίμενε νὰ μάθει ἂν χρειάζεται καὶ κάτι ἄλλο νὰ κάνει γιὰ νὰ εἶναι τελείως ἐντάξει. Γι’ αὐτὸ καὶ ρώτησε «τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;»· δηλαδή: Τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;

Τὸ ἴδιο λάθος ἐπαναλαμβάνουν πολλοὶ ἄνθρωποι ­σήμερα. Σκέπτονται μὲ ἀφέλεια: «Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοτώσει κανένα, δὲν κλέβω, δὲν λέω ψέματα, δὲν ἔχω βλάψει κανένα ἄνθρωπο. Τί χρειάζεται λοιπὸν νὰ ἐξομολογηθῶ;». Τὰ πράγματα ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Κάθε ἄνθρωπος, ἂν ἐρευνήσει βαθιὰ μέσα στὴν ψυχή του, θὰ ἀνακαλύψει πολλὰ ἀγκάθια ποὺ οὐσιαστικὰ τὸν κρατοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεό. Ἀγκάθια ποὺ ἂν δὲν τὰ ξεριζώσει, μεγαλώνουν λίγο-λίγο καὶ καταπνίγουν κάθε καλὸ σπόρο, κάθε καλὴ διάθεση καὶ προσπάθεια.

Ἂς κάνει λοιπὸν ὁ καθένας μας τὴν αὐτοκριτική του μὲ εἰλικρίνεια καὶ εἰς βάθος. Ὄχι ἐπιφανειακά. Ὄχι μόνο τί κάνουμε, ἀλλὰ καὶ τὸ τί σκεπτόμαστε, τί ἐπιθυμοῦμε. Ἂς ἐξετάζουμε σὲ κάθε μας ἐνέργεια ἂν εἶναι καθαρὰ τὰ κίνητρά μας. Μήπως αὐτὸ ποὺ ἔκανα κρύβει κάποια ζήλεια ἢ θυμό; Μήπως ἔχω μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό μου; Μήπως ἐσωτερικὰ κατακρίνω ἢ ἀδικῶ τοὺς ἄλ­λους;

Ἔτσι θὰ ἐντοπίσουμε ὅτι ὄχι μόνο «ἓν» ἀλλὰ πολλά, πάρα πολλὰ μᾶς λεί­πουν γιὰ νὰ εἴμαστε τέτοιοι ποὺ μᾶς θέλει ὁ Θεός. Καὶ ἑπομένως θὰ πρέπει νὰ ἀγωνιστοῦμε, ὥστε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη μας. Καὶ μάλιστα νὰ ἀγωνιστοῦμε πολύ, διότι τὸ κακὸ εἶναι ριζωμένο βαθιὰ μέσα μας καὶ μᾶς κρατάει ὑποδουλωμένους, μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Χριστό.

2. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ

Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνα δεύτερο ἀπαραίτητο στοιχεῖο, γιὰ νὰ γίνουμε ­τέλειοι καὶ πιστοὶ μαθητές του: ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὁ δρόμος τῆς χριστιανικῆς ζω­ῆς, ὁ δρόμος γιὰ τὴν τελειότητα δὲν εἶ­ναι εὔκολος. Ἀπαιτεῖ θυσίες καὶ αὐταπάρνηση. Γιὰ τὸν πλούσιο ὁ Κύριος εἶπε ὅτι εἶναι εὐκολότερο νὰ περάσει μία καμήλα ἀπὸ τὴ μικρὴ τρύπα ποὺ ἀνοίγει ἡ βελόνα παρὰ νὰ εἰσέλθει ὁ πλούσιος στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κι ὅταν οἱ μαθητὲς ρώτησαν μὲ ἔκπληξη «τότε λοιπὸν ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθεῖ;», ὁ Κύριος ἀπάντησε: «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν». Δηλαδή: Ἐ­­­κεῖνα ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνουν μὲ τὶς ἀσθενικὲς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι κατορθωτὰ μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Κι ἐμεῖς λοιπὸν ἂς καταφεύγουμε στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν προσευχή μας καὶ τὴ συμμετοχή μας στὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἰδικὰ στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκδηλώσουμε τὴν εἰλικρινή μας μετάνοια καὶ νὰ καταθέσουμε στὸν Κύριο ὅ,τι ­νομίζουμε ὅτι στέκεται πρόσκομμα στὸ δρόμο γιὰ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε. Νὰ Τοῦ ἐμπιστευθοῦμε τὶς ἀδυναμίες μας καὶ μὲ τὶς εὐχὲς καὶ συμβουλὲς τοῦ πνευματικοῦ μας καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ συνεχίσουμε τὸν πνευματικό μας ἀγώνα. Τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν τελειότητα.

❁ ❁ ❁

«Ἔτι ἕν σοι λείπει», μᾶς λέει ὁ ­Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Μπορεῖ νὰ εἶσαι κα­λὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ. Ὁ Κύριος δὲν μᾶς θέλει ἁπλῶς «καλοὺς ἀνθρώπους» ἀλλὰ πιστοὺς καὶ ἀφοσιωμένους μαθητές του. Θέλει νὰ γίνουμε τέλειοι, διότι αὐτὲς εἶναι οἱ προδιαγραφὲς ποὺ μᾶς ἔδωσε, ὅταν μᾶς δημιούργησε. Μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσίν» του. Ἔχουμε λοι­πὸν τὴ δυνατότητα γιὰ πολὺ περισσότερα. Ἔχουμε τὶς προϋποθέσεις ν’ ἀνεβοῦμε ψηλότερα. Ἀρκεῖ νὰ ἀνακαλύψουμε αὐτὸ τὸ «ἓν» ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ κοντά του καὶ νὰ τὸ ξεπεράσουμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ βοήθειά του. Τότε θὰ εἴμαστε ἄξιοι μαθητές του

σχετική ανάρτηση:

Ο Χριστός και ο πλούσιος νεανίσκος (για παιδιά)

Ἐκκλησία: Ἡ μόνη ἀληθινή οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ

Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα (ΚΕ΄ ἐπιστολῶν, Ἐφεσ. δ΄ 1-7)

Ἀδελφοί, παρακαλῶ ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε, μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πρᾳότητος, μετὰ μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν· εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα· εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων, καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ἡμῖν. ῾Ενὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ.

«Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα»

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολὴ γράφει γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γι᾿ αὐτὸ τὸ θαῦμα ποὺ ὅλοι ζοῦμε. Ἀναπτύσσει σχετικὲς ὑψηλὲς θεολογικὲς ἀλήθειες, ἀλλὰ καὶ διατυπώνει πρακτικὲς συμβουλὲς σχετικὰ μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν ἀγώνα μας ὡς μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ σημερινὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ ἀπόσπασμα τῆς ἐπιστολῆς.

Ἐμεῖς θὰ ἀσχοληθοῦμε μόνο μὲ τὸ χωρίο: «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα»· δηλαδή, ἕνας μόνο Κύριος ὑπάρχει, μία πίστη ἔχουν ὅλοι οἱ Χριστιανοί, ἕνα Βάπτισμα ἔλαβαν ὅλοι. Θὰ δοῦμε ποιὸ εἶναι τὸ νόημα αὐτοῦ τοῦ χωρίου καὶ τί σημαίνει γιὰ τὴ ζωή μας.

1. Ἕνας, μία, ἕνα!

«Εἷς Κύριος»: Ἕνας Κύριος ὑπάρχει, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸς καὶ μόνο εἶναι ὁ Σωτὴρ καὶ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο μὲ τὸ ἴδιο τὸ Αἷμα Του.

«Μία πίστις»: Μία εἶναι ἡ πίστη τῶν Χριστιανῶν, αὐτὴ ποὺ μᾶς ἀποκάλυψε ὁ Κύριος Ἰησοῦς, αὐτὴ ποὺ δίδαξαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ Μαθητὲς τοῦ Σωτῆρος, αὐ­τὴ ποὺ ἀνέλυσαν καὶ ἀνέπτυξαν μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ οἱ ἅγιοι Πατέρες. Εἶναι «ἡ ἅπαξ παραδοθεῖσα τοῖς ἁγίοις πίστις», ἡ πίστη ποὺ παραδόθηκε στοὺς πιστοὺς μία φορὰ γιὰ πάντα (Ἰούδ. 3).

«Ἓν βάπτισμα»: Ἕνα εἶναι τὸ Βάπτισμα ποὺ λάβαμε· στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος ὁμολογώντας τὴ μία Ὀρθόδοξη Πίστη. Μὲ αὐτὸ γίναμε μέλη τοῦ ἑνὸς Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας. Τὸ ἅγιο Βάπτισμα εἶναι ἡ πνευματική μας γέννηση, ἡ ἀρχὴ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ σφραγίζει ἀνεξίτηλα τὴν ὕπαρξη τοῦ βαπτιζομένου· γι᾿ αὐτὸ τελεῖται μία φορὰ γιὰ τὸν καθένα, δὲν ἐπαναλαμβάνεται. Ἐπίσης εἶναι τὸ ἴδιο γιὰ ὅλους· ἡ ἴδια Χάρις δίνεται σὲ ὅλους: ριζικὴ ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου, ἄφεση ἁμαρτιῶν, υἱοθεσία ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα.

2. Νὰ κρατήσουμε τὴν ἀληθινὴ Πίστη καὶ τὴν ἀγάπη

Ἀπὸ τὴ σύντομη αὐτὴ ἑρμηνεία τοῦ χωρίου κατανοοῦμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Πίστη μας ἔχει ἀποκλειστικὸ χαρακτήρα. Δηλαδὴ ὅποιος γίνεται Ὀρθόδοξος Χριστιανός, ὀφείλει νὰ δώσει ὁλόκληρη τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Δὲν μπορεῖ νὰ δέχεται ὅτι εἶναι πιθανὸ νὰ ὑ­πάρχουν ἄλλοι θεοὶ καὶ σωτῆρες. Ὁ συν­ειδητὸς Χριστιανὸς σέβεται μὲν τὸ δικαίωμα τοῦ κάθε ἀνθρώπου νὰ ἀσπάζεται ὅποια θρησκεία θέλει, ἀλλὰ σὲ καμία περίπτωση δὲν παραδέχεται ὅτι ἀποτελοῦν αὐτὲς ἰσότιμους δρόμους ποὺ ὁδηγοῦν στὴ σωτηρία.

Ἐπίσης δὲν ἀναγνωρίζει τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν, οὔτε τὰ Μυστήριά τους· καί, πολὺ περισσότερο, τελετὲς μυήσεως σὲ ἄλλες θρησκεῖες. Ἕνα εἶναι τὸ Βάπτισμα ποὺ καθαρίζει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ συνδέει μὲ τὸν Σωτήρα τοῦ κόσμου, αὐτὸ ποὺ παρέχει ἡ Μία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἐὰν ὁ πιστὸς ἀρνηθεῖ τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς Πίστεώς του, παύει νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ πνεῦμα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς Πανθρησκείας, τὸ ὁποῖο ἔχει μεγάλη ἐξάπλωση στὶς ἡμέρες μας, ἀπὸ Ὀρθόδοξη πλευρὰ εἶναι τελείως ἀπαράδεκτο.

Ὡστόσο ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴ συγ­κεκριμένη περικοπὴ τονίζει κυρίως τὴν ἀνάγκη ἑνότητος. Ὁ ἀληθινὸς πιστὸς δὲν ζεῖ μόνο τὴν πραγματικότητα ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ μοναδική, ἀλλὰ καὶ ὅτι εἶναι κοινωνία ἀγάπης, ἡ οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ συνειδητὸς πιστὸς ζεῖ ἀντάξια τῆς κλήσεώς του, ὅπως προέτρεψε σήμερα ὁ θεῖος Ἀπόστολος, μὲ πραότητα καὶ ταπεινοφροσύνη. Δὲν φιλονικεῖ, δὲν ἀντιπαρατίθεται μὲ κανένα. Ζεῖ τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ μεταδίδει στοὺς γύρω του.

Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ ἅγιος Ἀπόστολος εἶναι σὰν νὰ λέει: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χωρίζουν ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς πικρίες, παρεξηγήσεις, ἀνταγωνιστικὲς διαθέσεις;… Αὐτὰ ποὺ μᾶς ἑνώνουν εἶναι ἀσυγ­κρίτως ὑψηλότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μᾶς χωρίζουν. Αὐτὰ ποὺ μᾶς ἑνώνουν εἶναι αἰώνια, αὐ­τὰ ποὺ μᾶς χωρίζουν εἶναι ἐφήμερα καὶ φθαρτά. Ἔχουμε τὸν ἴδιο Κύριο, ἔχουμε κοινὴ πίστη, τοὺς ἴδιους ἱεροὺς πόθους καὶ ἅγιες προσδοκίες, λάβαμε τὸ ἴδιο Βάπτισμα.

«Ἅπαξ, ἄδελφε, ὁ Θεὸς φυλάξῃ τὴν ἀ­γάπην», ἐπανελάμβανε συχνὰ ἕνας ἅ­γιος ἀσκητής. Πάνω ἀπὸ ὅλα, ἀδελφέ, ὁ Θεὸς νὰ φυλάξει τὴν ἀγάπη (*). Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἀσήμαντες λεπτομέρειες τῆς πρόσκαιρης ἐπίγειας ζωῆς μας.

***

Τὸ σημερινὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα ἐκπέμπει δύο μηνύματα κατ᾿ ἐξοχὴν ἐπίκαιρα στὴ βαθιὰ ἀποστατημένη ἐποχή μας: νὰ φυλάξουμε τὴν Ὀρθοδοξία μας, τὸν ἀτίμητο θησαυρό μας· καὶ νὰ ἐπιδιώξουμε μὲ ζῆλο νὰ ζήσουμε τὴν ἀγάπη, τὴν ἑνότητα, ἀπαρνούμενοι τὸν ἐγωισμό μας. Μὰ εἶναι δυνατὸν αὐτό; Μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι, μὲ τὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν εἶναι ἀνθρώπινο κατόρθωμα, ἀλλὰ δωρεὰ σὲ ὅσους δίνουν τὴν καρδιά τους στὸν Χριστό. Νὰ μᾶς ἀξιώσει Ἐκεῖνος νὰ κρατήσουμε τὴν ἀληθινὴ Πίστη μέχρι τὴν τελευταία μας ἀναπνοὴ καὶ νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τῆς θείας εἰρήνης.

(*) Ἀββᾶ Δωροθέου, Ἔργα Ἀσκητικά, ἐκδ. «Ἑτοιμασία» (Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου), Καρέας 20057, Διδασκαλία Δ´: Περὶ θείου φόβου, § 56, σελ. 160.

antexoume.wordpress.com/

πηγή: ο Σωτήρ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here