Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής – η θεραπεία του παραλυτικού της Καπερναούμ (B΄ Κυριακή των Νηστειών)

0

(ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Β´ 1 – 12)

 Καὶ εἰσῆλθε πάλιν εἰς Καπερναοὺμ δι’ ἡμερῶν καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἶκόν ἐστι. καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοὶ, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον.  καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων.  καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον ἐφ’ ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο.  ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· Τέκνον,ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.  ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν·  Τί οὗτος οὕτως λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός;  καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς εἶπεν αὐτοῖς· Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;  τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;  ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας – λέγει τῷ παραλυτικῷ·  Σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. 12 καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι Οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.

Απόδοση σε απλή γλώσσα:

Υστερα δε από ολίγας ημέρας, εισήλθε πάλιν ο Κυριος εις την Καπερναούμ και διεδόθη ότι ευρίσκεται εις κάποιο σπίτι. Και αμέσως συγκεντρώθηκαν πολλοί, ώστε εγέμισεν η οικία και δεν υπήρχε πλέον τόπος να τους χωρέση ούτε καντά εις την θύραν. Και εδίδασκε εις αυτούς τον λόγον του Θεού.  Και έρχονται προς αυτόν φέροντες ένα παραλυτικόν, τον οποίον εσήκωναν τέσσαρες επάνω εις κρεββάτι.  Επειδή δε ένεκα του πολλού πλήθους δεν ήτο δυνατόν να πλησιάσουν τον Κυριον, αφήρεσαν από την στέγην το μέρος εκείνο, κάτω από το οποίον ήτο ο Κυριος, ήνοιξαν τρύπαν και κατέβασαν σιγά το κρεββάτι, όπου ήτο κατάκοιτος ο παραλυτικός.  Οταν ο Ιησούς είδε την πίστιν που είχαν, τόσον ο παραλυτικός όσον και εκείνοι που τον έφεραν, λέγει στον παραλυτικόν· “τέκνον, σου συγχωρούνται αι αμαρτίαι, αι οποίαι είναι και αιτία της σωματικής σου ασθενείας”.  Ησαν δε και μερικοί από τους γραμματείς, που εκάθηντο εκεί και εσυλλογίζοντο μέσα των·  Διατί αυτός ο άνθρωπος εκστομίζει τέτοιες βλασφημίες; Ποιός ημπορεί να συγχωρή αμαρτίες, ει μη μόνον ένας, δηλαδή ο Θεός;  Και αμέσως ο Ιησούς αντελήφθη καθαρώτατα, με την θεία δύναμιν του πνεύματός του, ότι έτσι αυτοί εσκέπτοντο μέσα των και τους είπε· “διατί συλλογίζεσθε τέτοια εις τας καρδίας σας;  Τι είναι ευκολώτερον, να είπω στον παραλυτικόν, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου η να είπω, σήκω επάνω υγιής, πάρε το κρεββάτι στον ώμον σου και περιπάτει; Σεις θεωρείτε δυσκολώτερον το δεύτερον.  Δια να μάθετε δε, ότι ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσίαν να συγχωρή αμαρτίας εδώ εις την γην-λέγει στον παραλυτικόν·  Σε σένα που πιστεύεις λέγω, σήκω επάνω υγιής, πάρε το κρεββάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου”.  Και αμέσως εσηκώθη, επήρε το κρεββάτι στον ώμον και εβγήκε ενώπιον όλων, ώστε όλοι να καταπλαγούν και να δοξάζουν τον Θεόν λέγοντες ότι “ποτέ δεν είδαμε τέτοια γεγονότα, να συγχωρούνται με ένα λόγον αμαρτίαι και εις πιστοποίησιν της συγχωρήσεως να θεραπεύεται θαυματουργικώς η παράλυσις”.

1. Ἐπαινετὴ ἐπιμονὴ

Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε τὴ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καπερναούμ. Ὁ Κύριος δίδασκε σ᾿ ἕνα σπίτι, καὶ πλήθη λαοῦ εἶχαν συρρεύσει ἐκεῖ. Τότε ἔφεραν ἕναν παράλυτο πάνω σὲ φορεῖο τέσσερις φίλοι του, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ πλησιάσουν τὸν Κύριο. Ὁ κόσμος δὲν εἶχε τὴ διάθεση νὰ τοὺς ἀφήσει νὰ περάσουν. Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν παραιτήθηκαν ἀπὸ τὴν προσπάθειά τους. Ἀνέβηκαν στὴ στέγη, ἔβγαλαν μερικὲς πλάκες καὶ μὲ σχοινιὰ κατέβασαν τὸ φορεῖο μπροστὰ στὸν Κύριο, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸν παράλυτο.

Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ἀξιοθαύμαστοι γιὰ τὴν ἐπιμονή τους νὰ πλησιάσουν τὸν Κύριο, ποὺ δείχνει τὴ μεγάλη πίστη τους πρὸς Αὐτόν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸν ἄρρωστο φίλο τους. Ξεπέρασαν ὅλα τὰ ἐμπόδια. Δὲν εἶπαν: «Ἂς ἔλθουμε ἄλλη φορά». Οὔτε φοβήθηκαν μήπως ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ σπιτιοῦ τοὺς ἐπιπλήξει, ἐπειδὴ ξήλωσαν προσωρινὰ τὴ στέγη. Ἤθελαν ὁπωσδήποτε νὰ συναντήσουν τὸν Κύριο, καὶ ἔκαναν ὅ,τι περνοῦσε ἀπὸ τὸ χέρι τους.

Καὶ ἐμεῖς ἄς μὴν ὑπολογίζουμε κόπους οὔτε νὰ ἀπογοητευόμαστε ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἐμπόδια, προκειμένου νὰ βοηθήσουμε τοὺς συνανθρώπους μας νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ συναντήσουν τὸν Κύριο, γιὰ νὰ γευθοῦν καὶ αὐτοὶ τὴ χαρὰ τῆς λυτρώσεως.

2. Ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ

Ὅταν ὁ Κύριος εἶδε τὴν πίστη καὶ τῶν τεσσάρων καὶ τοῦ παραλύτου, εἶπε σ᾿ ἐ­κεῖνον:

–«Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Παιδί μου, σοῦ ἔχουν συγχωρηθεῖ οἱ ἁμαρτίες.

Ὁ Κύριος πρὶν θεραπεύσει τὸ σῶμα τοῦ παραλύτου, θεράπευσε τὴν ψυχή του· διότι ὁ παραλυτικὸς ἀνησυχοῦσε μήπως οἱ ἁμαρτίες του γίνουν ἐμπόδιο στὴ θεραπεία του, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ ἁμαρτίες του ἦταν ἡ αἰτία τῆς παραλύσεώς του. Ὁ Κύριος λοιπὸν μὲ τὸν λόγο Του αὐτὸν ἀφενὸς μὲν καθησύχασε τὸν παράλυτο, ἀφετέ­ρου δὲ χτύπησε τὸ κακὸ στὴ ρίζα του. Ἡ ἁμαρτία εἶναι γενικὰ ἡ αἰτία ὅλων τῶν κακῶν· ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας εἰσῆλθαν ὅλα τὰ δεινὰ καὶ οἱ θλίψεις στὴ ζωή μας…

Συνηθίζουμε νὰ λέμε: «Πάνω ἀπὸ ὅλα ἡ ὑγεία». Καὶ ὅταν ἀρρωσταίνουμε, θέλουμε τὸ συντομότερο νὰ γίνουμε καλά, ἐνῶ ἴσως ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, μὲ τὶς ὁποῖες λυποῦμε τὸν Θεό. Ὁ καρκίνος μᾶς συγκλονίζει πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅ,τι π.χ. ἡ φιλαργυρία μας, ἢ ὅποιο ἄλλο πάθος. Αἰσθανόμαστε πιὸ ἔντονα τὴν εὐεργεσία, ὅταν ὁ Θεὸς μᾶς γλυτώνει ἀπὸ θανατηφόρο ἀτύχημα παρὰ ἀπὸ θανάσιμο ἁμάρτημα.

Βέβαια ἡ ὑγεία εἶναι ἕνα πολὺ μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν εἶναι κακὸ νὰ τὸ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό – ἀπεναντίας εἶναι εὐλογημένο. Ἀλλὰ ὀφείλουμε νὰ ἐνδιαφερόμαστε περισσότερο γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς, γιὰ τὸν ἐξαγιασμό της· διότι ἡ σωματικὴ ἀσθένεια στὴ χειρότερη περίπτωση θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν σωματικὸ θάνατο, ἐνῶ ἡ ἁμαρτία, ἂν δὲν μετανοήσουμε, στὴν αἰώνια κόλαση.

Ὁ Κύριος λοιπὸν ἔστρεψε τὴν προσοχὴ τοῦ ἀσθενοῦς ἀλλὰ καὶ ὅλων μας στὸ σημαντικότερο: στὴν ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς.

3. Προσοχὴ στοὺς λογισμοὺς

Ἦταν ἐκεῖ παρόντες Γραμματεῖς, οἱ ὁ­ποῖοι σκανδαλίσθηκαν ὅταν ἄκουσαν τὸν στοργικὸ λόγο τοῦ Κυρίου, καὶ εἶπαν ἀπὸ μέσα τους: «Πῶς λέει Αὐτὸς τέτοια βλάσ­φημα λόγια; Ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες, παρὰ μόνο ἕνας, ὁ Θεός;». Ὁ Κύριος ἀμέσως ἀντιλήφθηκε τοὺς λογισμούς τους καὶ εἶπε:

–«Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;». Γιατί δέχεσθε καὶ κυκλοφορεῖτε τέτοιους λογισμοὺς μέσα στὶς καρδιές σας;

Καὶ γιὰ νὰ τοὺς ἀποδείξει ὅτι ἦταν καὶ Θεὸς καὶ εἶχε ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες, μ᾿ ἕνα λόγο Του θεράπευσε τὸν παραλυτικό:

–Σήκω καὶ πάρε στὸν ὦμο σου τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου.

Οἱ Γραμματεῖς δὲν εἶχαν πεῖ τίποτε οὔτε ἔπραξαν κάτι· μόνο σκέφθηκαν. Ὅμως ὁ Κύριος τοὺς ἤλεγξε βλέποντας τὸ πονηρὸ ἐσωτερικό τους. Δὲν ἁμαρτάνουμε μόνο μὲ τὰ λόγια καὶ τὶς πράξεις ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ σκέψη, ὅταν δεχόμαστε ἐφάμαρτους λογισμούς· καὶ μάλιστα πιὸ συχνὰ στὴ σκέψη, κάθε μέρα καὶ πολλὲς φορὲς τὴν ἡμέρα.

Γι᾿ αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴν καθαρότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, νὰ ἀγρυπνοῦμε, νὰ προσευχόμαστε, νὰ καλλιεργοῦμε εὐσεβεῖς λογισμούς καὶ νὰ μὴν ἀφήνουμε κακοὺς λογισμοὺς νὰ ριζώνουν μέσα μας. Διότι στὸ ἐσωτερικό μας συντελεῖται ἡ πρώτη νίκη ἢ ἡ πρώτη ἥττα, καὶ στὴ συνέχεια, οἱ σκέψεις γίνον­ται λόγια καὶ πράξεις.

«Τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;». Ἡ ἐπίπληξη τοῦ καρδιογνώστη ἀλλὰ καὶ φιλάνθρωπου Κυρίου μας ἂς μᾶς παρακινεῖ σὲ ἐντονότερο ἀγώνα. Γνωρίζει τὴν ἀδυναμία μας, ἀλλὰ μᾶς δίνει καὶ τὴν Χάρι Του γιὰ τὸν ἐξαγιασμὸ τῆς καρδιᾶς μας, γιὰ νὰ βασιλεύει μέσα μας ἡ ἀπέραν­τη χαρὰ καὶ εἰρήνη Του.

Ο Απόστολος της Κυριακής 28 Μαρτίου 2021

(ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Α´ 10 – 14)

 καί· σὺ κατ’ ἀρχάς, Κύριε, τὴν γῆν ἐθεμελίωσας, καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί·  αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις· καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται,  καὶ ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καὶ ἀλλαγήσονται· σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι.  πρὸς τίνα δὲ τῶν ἀγγέλων εἴρηκέ ποτε· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου;  οὐχὶ πάντες εἰσὶ λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα διὰ τοὺς μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν;

(ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Β´ 1 – 3)

Διὰ τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι, μή ποτε παραρρυῶμεν.  εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν,  πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη,

Απόδοση σε απλή γλώσσα:

(ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Α´ 10 – 14)

 Και, πάλιν η Γραφή άλλου λέγει· “συ, Κυριε, εις την αρχήν της δημιουργίας εστερέωσας την γην επάνω εις ασφαλές θεμέλιον και έργα των ιδικών σου χειρών, είναι οι ουρανοί·  αυτοί θα χαθούν από την σημερινήν των μορφήν και θα αλλάξουν, συ όμως παραμένεις πάντοτε αιώνιος και αναλλοίωτος· τα πάντα σαν ένδυμα θα παληώσουν και σαν εξωτερικόν ένδυμα θα τους περιτυλίξης και θα αλλάξουν μορφήν, συ όμως είσαι ο ίδιος πάντοτε και τα έτη σου δεν θα λάβουν ποτέ τέλος”.  Προς ποίον δε από τους αγγέλους είπεν ποτέ ο Θεός και Πατήρ· “κάθισε εις τα δεξιά μου έως ότου βάλω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδιά σου, σαν υποπόδιον, επάνω στο οποίον θα πατάς;”  Ολοι οι άγγελοι είναι πνεύματα υπηρετικά, τα οποία αποστέλλονται από τον Θεόν, δια να εξυπηρετούν αυτούς, που μέλλουν να κληρονομήσουν την σωτηρίαν.

(ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Β´ 1 – 3)

 Επειδή ακριβώς τόσον ασύγκριτα ανώτερος είναι ο Υιός, δια τούτο πρέπει πολύ περισσότερον να προσέχωμεν εις εκείνα, τα οποία ηκούσαμεν από το κήρυγμα των Αποστόλων, που είναι ιδικόν του κήρυγμα, μήπως τυχόν ποτέ παρεκκλίνωμεν από τον δρόμον της σωτηρίας.  Διότι εάν ο παλαιός νόμος, που ελέχθη στον Μωϋσήν δια μέσου των αγγέλων, απεδείχθη έγκυρος και ισχυρός και κάθε παράβασις αυτού και παρακοή έλαβε σαν μισθόν της την δικαίαν τιμωρίαν,  πως ημείς θα διαφύγωμεν την τιμωρίαν, εάν παραμελήσωμεν μίαν τόσον μεγάλην και ανεκτίμητον σωτηρίαν; Η σωτηρία δε αυτή ήρχισε να διδάσκεται από αυτόν τούτον τον Κυριον, παρεδόθη δε εις ημάς ως κατά πάντα βεβαία και αξιόπιστος από εκείνους, που την ήκουσαν κατ’ ευθείαν από το στόμα του Κυρίου, δηλαδή από τους Αποστόλους

1. ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟΣ

Στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Β΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διατυπώνει σαφῶς ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ αἰώνιος καὶ ἀναλλοίωτος Θεός. Παίρνει ἀφορμὴ ἀπὸ ἕνα προφητικὸ λόγο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ ἀναφέρεται στὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ· καὶ λέγει ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ δημιουργὸς τοῦ σύμπαντος. Αὐτὸς ἐθεμελίωσε τὴν γῆ καὶ ἔργα τῶν χειρῶν του εἶναι οἱ οὐρανοί. Αὐτοὶ κάποτε θὰ χαθοῦν καὶ θὰ ἀλλάξουν σχῆμα. Ὅμως ὁ Κύριος θὰ παραμείνῃ ἀμετάβλητος. Ὅλος ὁ κόσμος σὰν ἔνδυμα θὰ παλιώσῃ καὶ ὁ Χριστός μας θὰ τὸν περιτυλίξῃ τόσο εὔκολα σὰν ροῦχο, καὶ θὰ τὸν κάνῃ καινούργιο. Ὁ Κύριός μας ὅμως θὰ εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος καὶ τὰ ἔτη του θὰ εἶναι ἀτελείωτα. Διότι ὁ Χριστὸς εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας». Ἀμετάβλητος παρ’ ὅλες τὶς μεταβολὲς τοῦ κόσμου.

Ὁ κόσμος αὐτὸς ἀλλάζει διαρκῶς, ἡ μία μεταβολὴ διαδέχεται τὴν ἄλλη. Βασίλεια καὶ αὐτοκρατορίες ἀναδεικνύονται, ἀκμάζουν καὶ ἐξαφανίζονται. Οἱ γενεὲς διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη. Ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς ὁλοένα ἀλλάζουμε. Πότε ἤμασταν μικρὰ παιδιά, πόσο γρήγορα μεγαλώσαμε, καὶ πόσο σύντομα θὰ γεράσουμε καὶ θὰ ἀναχωρήσουμε γιὰ τὴν ἄλλη ζωή! Ἀλλά-ζουμε συνθῆκες ζωῆς καὶ διαθέσεις ψυχῆς. Ἀρρωσταίνουμε καὶ ὑγιαίνουμε, χαιρόμαστε καὶ κλαῖμε, ἐνθουσιαζόμαστε καὶ ἀπογοητευόμαστε. Σήμερα οἱ φίλοι μας μᾶς ἀγαποῦν, αὔριο δὲν θέλουν νὰ μᾶς βλέπουν.

Ὁ Χριστός μας ὅμως δὲν ἀλλάζει ἀπέναντί μας. Ἡ ἀγάπη του γιὰ μᾶς μένει ἀναλλοίωτη. Μᾶς φροντίζει, μᾶς συντροφεύει, μὲ τὰ ἴδια πάντοτε αἰσθήματα, μὲ ἀναλλοίωτη τὴν ἀγάπη του, μὲ ἀκαταγώνιστη τὴν προστασία του. Πόση παρηγοριὰ μᾶς δίνει αὐτὴ ἡ πραγματικότητα! Ἀλ-λὰ καὶ πόση δύναμι στὸν ἀγῶνα μας καὶ τὶς ἀγωνίες μας! Σὲ ὅλες τὶς μεταπτώσεις μας καὶ τὶς πτώσεις μας, στὶς θλίψεις καὶ τὶς χαρές μας, ὁ Χριστός μας μᾶς ἀγαπάει τὸ ἴδιο. Διότι εἶναι ὁ αἰώνιος, πανάγαθος, παντοδύναμος καὶ πάνσοφος Δημιουργός μας.

2. ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ

Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Χριστός μας, λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, εἶναι ὁ αἰώνιος καὶ ἄπειρος Θεός, θὰ πρέπει ἐμεῖς περισσότερο νὰ προσέχουμε τοὺς θείους του λόγους, ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἀκούσαμε μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Διότι ἐὰν δὲν δώσουμε τὴν ἀνάλογη σημασία καὶ προσοχή, κινδυνεύουμε νὰ παρεκκλίνουμε, νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὸ δρόμο μας. Κι ἀλλοίμονο ἂν συμβῇ αὐτό. Διότι ἐὰν κάθε παράβασι τοῦ νόμου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἔλαβε δίκαιη τιμωρία, πῶς ἐμεῖς θὰ ξεφύγουμε τὴν τιμωρία, ἐὰν περιφρονήσουμε τοὺς λόγους τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ δὲν τοὺς ἐφαρμόσουμε στὴν ζωή μας· καὶ ἀμελήσουμε ἔτσι μιὰ τέτοια μεγάλη σωτηρία;

Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ μᾶς τονίζει ὁ θεῖος Παῦλος εἶναι ὅτι θὰ πρέπει νὰ δώσουμε τὴν ἀνάλογη σημασία στοὺς λόγους τοῦ Χριστοῦ μας. Διότι οἱ λόγοι τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀποθησαυρίσθηκαν μέσα στὸ Εὐαγγέλιο, δὲν εἶναι λόγοι ἀνθρώπων ἢ ἀγγέλων ἀλλὰ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Μᾶς ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ἀναλλοίωτος καὶ αἰώνιος Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Πῶς μποροῦμε ἐμεῖς νὰ περιφρονήσουμε τοὺς λόγους του;

Γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει πρωτίστως νὰ ἐκτιμήσουμε τὴ σημασία τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, νὰ τὸ ἀποδεχθοῦμε ὡς μήνυμα τοῦ οὐρανοῦ, ὡς κάλεσμα θεῖο, μεγίστης σοβαρότητος καὶ σπουδαιότητος. Καὶ μ’ ἐνδιαφέρον νὰ μελετοῦμε καὶ νὰ ἀκοῦμε τὰ θεῖα νοήματα, μὲ τὴν συναίσθησι καὶ τὴν πίστι ὅτι μᾶς ὁμιλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ἐὰν δὲν δείξουμε τὴν πρέπουσα προσοχή, διατρέχουμε τὸν κίνδυνο νὰ συνηθίσουμε τὰ θεῖα λόγια, καὶ μὲ νωχέλεια καὶ κατόπιν καὶ μὲ ἀδιαφορία νὰ τὰ ἀκοῦμε. Καὶ σιγά – σιγὰ νὰ μᾶς θέλγουν ἄλλα πράγματα, οἱ βιοτικὲς μέριμνες καὶ τὰ θέλγητρα τῆς ζωῆς, οἱ καθημερινὲς ἐντυπώσεις τῆς ματαιότητος. Καὶ ἔτσι νὰ γίνῃ ἡ ψυχή μας ἔδαφος ἄγονο. Μὲ ἀπώτερη συνέπεια τὴν ὁριστικὴ καὶ ἀμετάκλητη ἀπώλεια τῆς ψυχῆς μας. Καὶ τότε ποιὰ ἀπολογία θὰ δώσουμε στὸν Θεὸ καὶ ποιὰ δικαιολογία θὰ ἔχουμε κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως;

Γι’ αὐτὸ ἂς ἀγαπήσουμε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ μὲ πόθο καὶ λαχτάρα νὰ ξεδιψοῦμε καθημερινὰ στὰ νάματα τῶν θείων ἀληθειῶν. Νὰ τὸ ἀκοῦμε μὲ ἐπιμέλεια σὲ κάθε εὐκαιρία. Νὰ τὸ μελετοῦμε συχνά, καὶ μὲ προσοχή. Νὰ αὐξάνουμε διαρκῶς ὄχι μόνον τὸν πόθο μας γι’ αὐτὸ ἀλλὰ καὶ τὴν πίστι μας σ’ αὐτό, νὰ τὸ ἐγκολπωνώμαστε φιλόστοργα. Νὰ συγκρατοῦμε τὰ νοήματά του στὴν μνήμη μας. Καὶ τέλος νὰ συμμορφώνουμε τὰ λόγια μας καὶ τὶς πράξεις μας καὶ τὴν ὅλη συμπεριφορά μας μ’ αὐτό. Νὰ γίνῃ ἡ ζωή μας ἕνα ζωντανὸ Εὐαγγέλιο, «ἐπιστολὴ» Χριστοῦ «γινωσκομένη καὶ ἀναγινωσκομένη» ἀπὸ ὅλους τοὺς συνανθρώπους μας (Β΄ Κορ. γ΄ 2).

πηγή: ο Σωτήρ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here