Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής των Αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου

0

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 14 Ἰουλίου 2019, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου (Ματθ. ε΄ 14-19)

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς· Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυ­βῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμ­πει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον κατα­λῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

1. Ἔλαμψε ἡ ἀλήθεια γιὰ τὸν Θεάνθρωπο!

Αὐτὴ τὴν Κυριακὴ τιμοῦμε τοὺς 630 ἁγίους Πατέρες τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ Σύνοδος αὐτὴ συγκλήθηκε τὸ 451 μ.Χ. στὴ Χαλκηδόνα, προάστιο τῆς Κωνσταντινουπόλεως στὴν ἀσιατικὴ ἀκτὴ τοῦ Βοσπόρου, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ καὶ νὰ διατυπώσει τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία σχετικὰ μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ δίδαξαν ὅτι ὁ Κύριος εἶναι τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος ἄνθρωπος. Εἶναι ἕνα Πρόσωπο, ὁ Θεὸς Λόγος, ποὺ ὅμως ἔχει δύο τέλειες φύσεις. Οἱ θεοφώτιστες ἀποφάσεις τους προκάλεσαν πολλὲς ἀντιδράσεις, ἀλλὰ τελικὰ ἐπικράτησε τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας καὶ διαλύθηκε τὸ σκοτάδι τῆς πλάνης.

2. Ὀρθόδοξο δόγμα καὶ ἁγία ζωὴ

Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔλαμψαν μὲ τὴν ὁσία βιοτή τους καὶ τὴν Ὀρθόδοξη ὁμολογία τους. Ἐφάρμοσαν αὐτὸ ποὺ ἀκούσαμε νὰ λέει ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς Ἑορτῆς, ὅτι οἱ μαθητές Του, εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Κάτι ποὺ ἀσφαλῶς ἰσχύει καὶ γιὰ μᾶς, γιὰ ὅλους τοὺς πιστούς.

Κατὰ τὴν τέλεση τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος ὁ λειτουργὸς λέει τὰ ἑξῆς λόγια ποὺ ἐπίσης ἀκούσαμε στὴν περικοπή: «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Ἔτσι νὰ λάμψει τὸ φῶς τῆς ἀρετῆς σας μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Πατέρα σας ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς.

Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι ζωὴ ἀρετῆς. Ὅ­μως αὐτὴ δὲν συνίσταται στὸ νὰ κάνει ὁ Χριστιανὸς κάποια καλὰ ἔργα ὅποτε τοῦ δίνεται εὐκαιρία, ἀλλὰ στὴ συστηματικὴ καλλιέργεια καὶ ἐφαρμογὴ κάθε ἀρετῆς. Ὁ ἀληθινὸς Χριστιανὸς πρέπει νὰ ἔχει τέτοιο πλοῦτο ἀρετῆς, ὥστε χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώκει, νὰ κάνει αἴσθηση στοὺς ἀνθρώπους τοῦ περιβάλλοντός του, οἱ ὁποῖοι ἔτσι θὰ δοξάζουν τὸν Θεὸ Πατέρα ποὺ ἔχει τέτοια παιδιά.

Νὰ ἀσκεῖ τὴν ἀρετή, νὰ κρατάει ὅμως καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς Πίστεώς του ἀμόλυντη. Διότι ὅποιος χάνει τὴν ἀλήθεια, χάνει καὶ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία καλλιεργεῖ τὴν ἀρετή. Τὸ διατυπώνει κατηγορηματικὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης μιλώντας γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη, τὸ θε­­μέλιο τῶν ἀρετῶν, ἰσχύει ὡστόσο γιὰ κάθε ἀρετή: «Εἶναι ἀδύνατο ἀπὸ τὸ χιόνι νὰ βγεῖ φλόγα· ἀλλὰ ἀκόμη πιὸ ἀδύνατο εἶναι νὰ ὑπάρξει ἡ ταπεινοφροσύνη στοὺς αἱρετικούς. Αὐτὸ εἶναι κατόρθωμα μόνο τῶν πιστῶν καὶ εὐσεβῶν, καὶ μάλιστα αὐτῶν ποὺ ἔχουν καθαρθεῖ ἀπὸ τὰ πάθη τους»(*). Ὀρθόδοξο δόγμα καὶ ἁγία ζωὴ εἶναι τὰ δύο ἀξεχώριστα γνωρίσματα τοῦ ἀληθινοῦ πιστοῦ, ποὺ τὸν ἀναδεικνύουν φῶς τοῦ κόσμου.

3. Ὅλες τὶς ἐντολὲς

Ἡ περικοπὴ κλείνει μὲ τὴ διακήρυξη τοῦ Κυρίου ὅτι ὁ λόγος Του εἶναι αἰώνιος καὶ ἀκατάλυτος. Ἔτσι, ἂν κάποιος ἀθετήσει ἀκόμη καὶ μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐντολές Του ποὺ φαίνονται ἐλάχιστες καὶ μικρές, καὶ διδάξει ἔτσι τοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ νὰ μὴν τὴν τηροῦν καὶ ἐκεῖνοι, «ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν», τελευταῖος θὰ καταταγεῖ στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν· δηλαδὴ θὰ ἀποκλεισθεῖ ἀπὸ αὐτήν. Ἀντίθετα, ὅποιος ἐφαρμόσει καὶ διδάξει ὅλες τὶς ἐντολές, αὐτὸς θὰ ἀναγνωρισθεῖ μεγάλος στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Συνεπῶς, ὁ ἀληθινὸς πιστὸς δὲν κάνει ἐπιλογὲς στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ: «αὐτὸ τὸ ἐφαρμόζω, αὐτὸ δὲν τὸ ἐφαρμόζω». Ἂν θέλουμε νὰ σωθοῦμε, θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχόμαστε τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ στὸ σύνολό του χωρὶς καμία ἐξαίρεση. Ἂν ἐπιλέγουμε, τότε φτιάχνουμε δικό μας «Εὐαγγέλιο», καὶ ἑπομένως ἀποκλείουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὴ σωτηρία ποὺ χαρίζει ὁ Κύριος.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Δ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀκριβῶς σὲ αὐτὸ ἀρίστευσαν: Ἔδειξαν ἰδιαίτερη προσοχὴ νὰ μὴν ἀθετήσουν οὔτε τὴν παραμικρὴ ἐντολή, οὔτε τὸ παραμικρὸ δόγμα τῆς Πίστεως, νὰ φυλάξουν δὲ ἀκέραιη τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη, ὅπως τὴν παρέλαβαν ἀπὸ τοὺς προγενέ­στερους Πατέρες, ὅπως τὴ δίδαξαν οἱ ἅ­γιοι Ἀπόστολοι, ὅπως τὴν ἀποκάλυψε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Δὲν δέχθηκαν νὰ ἀλλάξουν οὔτε τὸ ἐλάχιστο ἀπὸ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε νὰ προσ­θέσουν οὔτε νὰ ἀφαιρέσουν, ὅποιες καὶ ἂν ἦταν οἱ ἀντιδράσεις τῶν Μονοφυσιτῶν καὶ οἱ πιέσεις τῶν ἀρχόντων ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τοὺς προστάτευσε καὶ τοὺς εὐλόγησε. Ἡ ἀλήθεια τελικὰ ἐπικράτησε καὶ οἱ ἴδιοι ζοῦν πλέον αἰώνια κοντὰ στὸν Θεό, τὸν Ὁποῖον ἀγάπησαν μὲ ὅλη τὴν ὕπαρξή τους.

Ἀπὸ τὸ παράδειγμά τους νὰ ἐμπνευσθοῦμε καὶ ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι πιστοί, ποὺ ζοῦμε σὲ ἐποχὴ οἰκουμενισμοῦ καὶ συμβιβασμῶν. Νὰ ἀνανεώσουμε τὴν ἀπόφασή μας νὰ βαδίζουμε τὴν εὐθεία ὁδό, τὴ μόνη ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία· τὴν ὁδὸ τῆς ἀπαραχάρακτης Ὀρθόδοξης Πίστεως καὶ τῆς τέλειας ὑπακοῆς στὶς ζωοποιὲς ἐντολές.

(*) «Ἀμήχανον ἐκ χιόνος προϊέναι φλόγα· ἀμηχανώτερον δὲ ἐν ἑτεροδόξοις ταπεινοφροσύνην ὑπάρχειν· πιστῶν καὶ εὐσεβῶν τὸ κατόρθωμα λοιπόν, καὶ τούτων κεκαθαρμένων» (Κλῖμαξ, ΚΕ´ λα´).

Ἀληθινή Πίστη καί Ζωή

 

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 14 Ἰουλίου 2019, τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκ. Συνόδου (Τίτ. γ΄ 8-15)

Τέκνον Τίτε, πιστὸς ὁ λόγος· ­­καὶ περὶ τούτων ­βούλομαί σε ­διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ ­γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περι­ίστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι. αἱρετικὸν ­ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθε­σίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέ­στρα­πται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁ­­­­μαρτάνει ὢν ­αὐτοκατάκριτος. Ὅ­­­ταν πέμψω ᾿­Αρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ ­κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνᾶν τὸν νομι­κὸν καὶ ᾿Απολλὼ ­σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. ­μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐ­στα­σθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι. ᾿Ασπά­ζονταί σε οἱ μετ᾿ ἐμοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. ῾Η χάρις μετὰ πάν­των ὑμῶν· ἀμήν.

1. Μὲ ἀκλόνητη πίστη καὶ βεβαιότητα

Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ εἶναι ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰ­κουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία συνῆλθε τὸ 451 μ.Χ. στὴ Χαλκηδόνα γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὴ φοβερὴ αἵρεση τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ.

Στὸ σχετικὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στὸ μαθητὴ καὶ στενὸ συνεργάτη του, τὸν Τίτο, τὸν ὁποῖο εἶχε καταστήσει ἐπίσκοπο στὴν Κρήτη γιὰ νὰ ὀργανώσει τὴν ἐκεῖ τοπικὴ Ἐκκλησία. Τοῦ λέγει λοιπόν: «Τέκνον Τίτε, πιστὸς ὁ λόγος· καὶ πε­­ρὶ τούτων βούλομαί σε δια­­βεβαιοῦσθαι»· Τίτε, ὅσα σοῦ ἔγραψα παραπάνω εἶναι λόγος καὶ ἀλήθεια ἀξιόπιστη· καὶ γι’ αὐτὰ τὰ θέματα θέλω νὰ μιλᾶς μὲ βεβαιότητα καὶ μὲ κύρος.

Πράγματι, «πιστὸς ὁ λόγος»· οἱ ἀλήθειες ποὺ εἶχε ἀναπτύξει ὁ μέγας Ἀπόστολος στὸ μαθητή του ἦταν ἀξιόπιστες, διότι ἦταν θεόπνευστες. Τοῦ εἶχε γράψει γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὸ ἔργο τῆς ἀπολυτρώσεως, γιὰ τὴ δικαίωση καὶ τὴ σωτηρία, τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση καὶ τὴν κληρονομία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Τέτοιες θεμελιώδεις ἀλήθειες εἶχε καθῆκον νὰ τὶς κηρύττει καὶ ὁ Τίτος «μετὰ πάσης ἐπιταγῆς» (Τίτ. β΄ 15), μὲ αὐθεντικὸ κύρος καὶ ἀπόλυτη βεβαιότητα, γιὰ νὰ ἐνισχύονται καὶ νὰ στηρίζονται οἱ χριστιανοὶ στὴν πνευματική τους πρόοδο.

Καθὼς στὴ σύγχρονη ἐποχὴ βλέπουμε ὅτι ὅ­­­­­λα ἀμφισβητοῦνται ἢ σχετικοποιοῦνται, εἶναι ­ἀ­­­­­ν­­­ά­γ­κη νὰ στηριχθοῦμε σὲ λόγο ­ἀληθινὸ καὶ ἀξιόπιστο. Νὰ στηριχθοῦμε στὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος δὲν ἀποτελεῖ ἀνθρώπινη ἀνακάλυψη ἀλλὰ ­θεϊκὴ ἀποκάλυψη. Νὰ στηριχθοῦμε στὴ ­διδασκαλία τοῦ Κυρίου ποὺ μᾶς παρέδωσαν ἀνόθευτη οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ ­θεοφόροι Πατέρες καὶ παραμένει αἰώνια καὶ ἀκατάλυτη, διότι «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ ­σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄ 8).

2. Ἀκρίβεια καὶ αὐστηρότητα

Ὡστόσο, γιὰ νὰ διαφυλαχθεῖ ἀκέραιη καὶ ἀνόθευτη ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, χρειάζεται ἰδιαίτερη προσοχὴ καὶ ἐπαγρύπνηση. Ὁ θεοφώτιστος Ἀπόστολος συμβουλεύει τὸν μαθητή του νὰ ἀποφεύγει τὶς ἀνόητες συζητήσεις καὶ τὶς γενεαλογίες γιὰ τοὺς μυθικοὺς θεοὺς ἢ τοὺς εὐγενεῖς προγόνους, ὅπως καὶ τὶς φιλονικίες καὶ διαμάχες γιὰ τὸν ἰουδαϊκὸ νό­μο, διότι δὲν φέρνουν καμία ὠφέλεια καὶ εἶναι μάταιες. Καὶ ἀκόμη τοῦ συνιστᾶ νὰ διακόπτει κάθε σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο πού, μολονότι τὸν συμβούλευσαν καὶ πρώτη καὶ δεύτερη φορὰ νὰ διορ­θωθεῖ, ἐπιμένει νὰ δημιουργεῖ σκάνδα­λα καὶ διαιρέσεις στὴν Ἐκκλησία· «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νου­θεσίαν παραιτοῦ».

Τὸ μέτρο φαίνεται πολὺ σκληρό, εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο· ἀφενὸς μὲν γιὰ νὰ προστατευθεῖ τὸ ποίμνιο ἀπὸ τυχὸν ἀρ­νητικὲς ἐπιδράσεις καὶ διασπαστικὲς κινήσεις, ἀφετέρου δὲ γιὰ τὸ καλὸ τοῦ ἴ­­διου τοῦ αἱρετικοῦ, ὁ ὁποῖος ἴσως ἔτσι καταλάβει τὸ λάθος του καὶ ἐπιστρέψει στὴν Ἐκκλησία μετανοημένος.

Αὐτὴ ἡ συμβουλὴ τοῦ Ἀποστόλου ἀπετέλεσε καὶ τὴ γραμμὴ πάνω στὴν ὁποία βάδισαν οἱ ἅγιοι Πατέρες, κάθε φορά ποὺ ἐμφανιζόταν κάποιο σχίσμα ἢ αἵρεση. Ἄραγε ἐμεῖς σήμερα, ὡς Ἐκκλησία, ἀντιμετωπίζουμε μὲ τὴν ἴδια σοβαρότητα καὶ ὑπευθυνότητα τὶς σχέσεις μας μὲ αἱρεσιάρχες, ὅπως π.χ. εἶναι ὁ Πάπας, ὁ ὁποῖ­ος ἐπιμένει σὲ φρικτὲς ἀλλοιώσεις τῆς πίστεως; Εἶναι μεγάλη ἡ εὐθύνη ποιμένων καὶ ποιμαινομένων, γιὰ νὰ μὴν ἀλλοτριωθοῦμε ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ συγκρητισμοῦ καὶ νὰ μὴν ὑποχωροῦμε ἐκεῖ ὅπου «οὐ χωρεῖ συγκατάβασις».

3. Ἡ πίστη ποὺ γίνεται ζωή…

Οἱ ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας δὲν εἶναι κάποιες θεωρίες ξένες πρὸς τὴ ζωὴ μας. Ἀντιθέτως, ἐπηρεάζουν τὴν καθημερινὴ ἀναστροφή μας καὶ χρωματίζουν ὅλη τὴν ἀτμόσφαιρα γύρω μας. Γιὰ παράδει­γμα ἡ πίστη στὴ μέλλουσα ζωὴ μᾶς ἀνακουφίζει στὶς θλίψεις, ἐνισχύει τὴν ὑπομονή μας καὶ μᾶς ἐμπνέει νὰ ἐργαζόμαστε γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὴν ἀρετή, ἀποταμιεύοντας θησαυροὺς στὸν οὐρανό. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο τονίζει ἰδιαιτέρως καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴ συνέχεια: «μανθανέτωσαν καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων ­προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι»· ὅσοι πιστεύουν, ἂς εἶναι πρόθυμοι νὰ συντρέχουν τοὺς ἀδελφοὺς στὶς ἀπαραίτητες ὑλικές τους ἀνάγκες, γιὰ νὰ μὴ στεροῦνται πνευματικοὺς καρπούς.

Πράγματι, ἡ ζωντανὴ πίστη δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ καλὰ ἔργα. Ἡ πίστη ἐμπνέει τὸν κόπο καὶ τὴ θυσία, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ὑπομονή, τὴ συμπόνια καὶ τὴ συγκατάβαση. Εἰδικὰ ἡ χριστιανικὴ πίστη ἔφερε στὸν κόσμο τὴν ἐπανάσταση τῆς ἀγάπης. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τῶν πρώτων χριστιανῶν, ἕνας ποταμὸς εἰρηνικῆς ἀγάπης ξεχύθηκε πάνω στὴ γῆ καὶ ἄλλαξε τὴν ὄψη τοῦ κόσμου καὶ τῶν κοινωνιῶν. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἡ κοινωνία τοῦ Βυζαντίου ποὺ ἀνέπτυξε πρωτοφανὴ φιλανθρωπικὴ δραστηριότητα, καθὼς εἶχε αὐτὸ τὸ πνευματικὸ ὑπόβαθρο τῆς πίστεως. Μακάρι κι ὅλοι ἐμεῖς νὰ ἀναγεννηθοῦμε ἀπὸ τὴν πίστη στὸν Κύριο Ἰησοῦ, ὥστε νὰ ἀλλάξει καὶ ἡ δική μας κοινωνία!

πηγή: ο Σωτήρ

antexoume.wordpress.com

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here