Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής : η παραβολή του καλού Σαμαρείτη

0

Εὐαγγέλιον: Κυρ. η΄ Λουκᾶ (Λκ. ι΄ 25-37)

25 Καὶ ἰδοὺ νομικός τις ἀνέ­στη ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονο­μή­σω; 26 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; 27 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύ­ος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς δια­νοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. 28 εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀ­­­πε­κρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζή­­­σῃ. 29 ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑ­­­­αυτὸν εἶπε πρὸς τὸν Ἰη­σοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; 30 ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέν­τες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. 31 κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱε­ρεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁ­­­­δῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. 32 ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον,­ ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντι­παρῆλ­θε. 33 Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύ­ων ἦλθε κατ᾿ αὐτόν, καὶ ἰ­­­δὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, 34 καὶ προσελθὼν κατέδη­σε­ τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐ­πι­­χέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπι­­βιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴ­­­­διον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν­ εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμε­λήθη αὐτοῦ· 35 καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελ­θών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶ­πεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐ­τοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπα­νήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρ­χεσθαί με ἀποδώσω σοι. 36 τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; 37 ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

25 Ἐκεῖ πού κάθονταν, ἰδού, σηκώθηκε κάποιος νομο­δι­δάσκαλος γιά νά δοκιμάσει τόν Χριστό καί νά ἀπο­δείξει ὅτι δέν γνώριζε τό νόμο, καί τοῦ εἶπε: Διδά­σκαλε, ποιό ἔργο ἀρετῆς ἤ ποιά θυσία πρέπει νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τή μακάρια καί αἰώνια ζωή; 26 Καί ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: Στό νόμο τί ἔχει γραφεῖ; Ἐσύ πού σπουδάζεις καί ἐρευνᾶς τό νόμο, τί διαβάζεις ἐκεῖ γιά τό ζήτημα αὐτό; Καί πῶς τό ἀντιλαμβάνεσαι; 27 Ὁ νομικός τότε τοῦ ἀποκρίθηκε: Στό νόμο εἶναι γραμμένο τό ἑξῆς: Νά ἀγαπᾶς τόν Κύριο καί Θεό σου μέ ὅλη σου τήν καρδιά, ὥστε σ’ αὐτόν νά εἶσαι ὁλοκληρωτικά παραδομένος, μέ ὅλα τά βάθη τῆς ἐσωτερικῆς καί πνευματικῆς ὑπάρξεώς σου· καί μέ ὅλη σου τήν ψυχή, ὥστε αὐτόν νά ποθεῖς μέ ὅλο τό συναίσθημά σου· καί μέ ὅλη τή θέληση καί τή δύναμή σου, ὥστε κάθε τι πού θά κάνεις νά εἶναι σύμφωνο μέ τό θέλημά του. Καί μέ ὅλη σου τή δύναμη καί μέ δραστηριότητα ἀκούραστη νά ἐργάζεσαι γιά τήν ἐφαρμογή τοῦ θε­λή­μα­τός του. Νά τόν ἀγαπᾶς καί μέ τό νοῦ σου ὁλόκληρο, ὥστε αὐτόν πάντοτε νά σκέφτεσαι. Νά ἀγα­πᾶς ἐπίσης καί τόν πλησίον σου, τό συνάνθρωπό σου, ὅσο καί ὅπως ἀγαπᾶς τόν ἑαυτό σου. 28 Τοῦ εἶπε τότε ὁ Κύριος: Σωστή ἀπάντηση ἔδωσες. Νά κάνεις πάντοτε αὐ­τό πού εἶπες, καί θά κλη­ρο­νο­μή­σεις τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί θά ζήσεις σ’ αὐ­τή. 29 Ὁ νομοδιδάσκαλος ὅμως θέλοντας νά δικαιολογήσει τόν ἑαυτό του, ἐπειδή, ὅπως ἀποδείχθηκε, ἔθεσε στόν Ἰησοῦ ἕνα ἐρώτημα πάνω στό ὁποῖο τοῦ ἦταν γνωστή ἡ ἀπάντηση, εἶπε στόν Ἰησοῦ: Καί ποιόν πρέπει νά θεωρῶ «πλησίον» μου σύμφωνα μέ τήν Ἁγία Γραφή; 30 Τότε ὁ Ἰησοῦς μέ τήν ἀφορμή αὐτή πῆρε τό λόγο καί εἶπε: Κάποιος ἄνθρωπος κατέβαινε ἀπό τά Ἱεροσόλυμα στήν Ἱεριχώ κι ἔπεσε σέ ἐνέδρα ληστῶν. Αὐτοί δέν ἀρκέ­στη­καν μόνο νά τοῦ πάρουν τά χρήματά του, ἀλλά καί τόν ἔγδυσαν, τόν τραυμάτισαν, τόν γέμισαν μέ πληγές καί ἔφυγαν, ἀφοῦ τόν ἄφησαν μισοπεθαμένο. 31 Κατά σύμπτωση τότε κατέβαινε στό δρόμο ἐκεῖνο κά­ποιος ἱερεύς, κι ἐνῶ τόν εἶδε, τόν προσπέρασε ἀπό τό ἀπέ­να­ν­τι μέρος τοῦ δρόμου χωρίς νά τοῦ δώσει σημασία ἤ κάποια βοήθεια. 32 Τό ἴδιο καί κάποιος Λευΐτης πού περνοῦσε ἀπό τό μέρος ἐκεῖνο, ἐνῶ πλησίασε καί εἶδε τόν πληγωμένο, ἀπομακρύνθηκε ἀμέσως καί τόν προσπέρασε κι αὐτός ἀπό τό ἀπέναντι μέρος τοῦ δρόμου. 33 Ἕνας Σαμαρείτης ὅμως πού περνοῦσε ἀπό τό δρόμο ἐκεῖνο, ἦλθε στό μέρος ὅπου ἦταν ξαπλωμένος, καί ὅταν τόν εἶδε τόν σπλαχνίστηκε καί τόν πόνεσε. 34 Τόν πλησίασε τότε καί τοῦ ἔδεσε μέ ἐπιδέσμους τά τραύματά του, ἀφοῦ προηγουμένως τά ἔπλυνε καί τά ἄλειψε μέ λάδι καί μέ κρασί. Κι ἔπειτα τόν ἀνέβασε στό ζῶο του, τόν πῆγε σέ κάποιο πανδοχεῖο καί τόν περιποιήθηκε, διακόπτοντας ἔτσι τό ταξίδι του. 35 Τήν ἄλλη μέρα τό πρωί, φεύγοντας ἀπό τό πανδο­χεῖο πού εἶχε διανυκτερεύσει, ἔβγαλε δύο δηνάρια, τά ἔδωσε στόν ξενοδόχο καί τοῦ εἶπε: Περιποιήσου τον γιά νά γίνει καλά. Καί ὅ,τι παραπάνω ξοδέψεις, ἐγώ κα­θώς θά ἐπιστρέφω στήν πατρίδα μου καί θά ξαναπε­ράσω ἀπό ἐδῶ, θά σοῦ τά πληρώσω. 36 Λοιπόν, ρώτησε συμπερασματικά ὁ Ἰησοῦς, ποιός ἀπό τούς τρεῖς αὐτούς σοῦ φαίνεται ὅτι ἔκανε τό κα­θῆκον του πρός τό συνάνθρωπο καί ἀποδείχθηκε στήν πρά­ξη «πλησίον» καί ἀδελφός ἐκείνου πού ἔπεσε στά χέ­ρια τῶν ληστῶν; 37 Κι αὐτός εἶπε: «Πλησίον» του ἀποδείχθηκε αὐτός πού τόν σπλαχνίστηκε καί τόν ἐλέησε. Τοῦ εἶπε λοιπόν ὁ Ἰησοῦς: Πήγαινε καί κάνε κι ἐσύ τό ἴδιο. Δεῖχνε δηλαδή συμπάθεια σέ κάθε ἄνθρωπο πού πάσχει, χωρίς νά ἐξετάζεις ἄν αὐτός εἶναι συγγενής σου ἤ συμπατριώτης σου, καί χωρίς νά λογαριάζεις τίς θυσίες καί τούς κόπους καί τίς δαπάνες πού θά ὑποστεῖς γιά νά βοηθήσεις καί νά συντρέξεις αὐτόν πού πάσχει, ἔστω κι ἄν αὐτός εἶναι ἐχθρός σου. Ἔτσι κι ὁ Χριστός, πού οἱ ἐχθροί του τόν ἔβριζαν «Σαμαρείτη», στήν καταπληγωμένη καί μισοπεθαμένη ἀπό τίς ἁμαρτίες ἀνθρωπότητα ἔγινε ὁ καλός καί ἀγαθός Σαμαρείτης. Καί γιά νά τήν θεραπεύσει ἀπ’ τίς πληγές της, ὄχι μόνο ὑπέστη κόπους, ἀλλά ὑποβλήθηκε καί σέ θάνατο σταυρικό.

 

 

1. Πόσο ἀγαπᾶμε τὸν Θεό;Τὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς περιλαμβάνει τὴν ὑπέροχη Παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀφορμὴ ποὺ ἔλαβε ὁ Κύριος γιὰ νὰ τὴ διδάξει. Κάποιος «νομικός», δηλαδὴ διδάσκαλος τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ὑπέβαλε στὸν Κύριο ἐρώτημα ὄχι γιὰ νὰ μάθει, ἀλλὰ γιὰ νὰ Τὸν φέρει σὲ δύσκολη θέση:

–Διδάσκαλε, τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;

–Στὸν Νόμο τί εἶναι γραμμένο; ἀπάν­τησε ὁ Κύριος. Ἐσὺ ποὺ τὸν μελετᾶς, τί ἔχεις καταλάβει ὅτι λέει σχετικά;

Τότε ὁ «νομικὸς» ἀνέφερε τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν πλησίον:

–«Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν».

Δηλαδή: Νὰ ἀγαπᾶς τὸν Κύριο καὶ Θεό σου μὲ ὅλη σου τὴν καρδιά, ὥστε σ᾿ Αὐτὸν νὰ εἶσαι ὁλοκληρωτικὰ παραδομένος, μὲ ὅλα τὰ βάθη τῆς ἐσωτερικῆς καὶ πνευματικῆς ὑπάρξεώς σου· καὶ μὲ ὅλη σου τὴν ψυχή, ὥστε Αὐτὸν νὰ ποθεῖς μὲ ὅλο τὸ συναίσθημά σου· καὶ μὲ ὅλη τὴ θέληση καὶ τὴ δύναμή σου, ὥστε καθετὶ ποὺ θὰ κάνεις, νὰ εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ θέλημά Του. Καὶ μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη καὶ μὲ δραστηριότητα ἀκούραστη νὰ ἐργάζεσαι γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ θελήματός Του. Νὰ Τὸν ἀγαπᾶς καὶ μὲ τὸν νοῦ σου ὁλόκληρο, ὥστε Αὐτὸν πάντοτε νὰ σκέπτεσαι. Νὰ ἀγαπᾶς ἐπίσης καὶ τὸν πλησίον σου, τὸν συνάνθρωπό σου, ὅσο καὶ ὅπως ἀγαπᾶς τὸν ἑαυτό σου.

Τοῦ εἶπε τότε ὁ Κύριος:

–Σωστὰ ἀπάντησες. Αὐτὸ κάνε καὶ θὰ ζήσεις στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἂς σκεφθοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας: Πόσο ἐφαρμόζουμε αὐτὴ τὴν ἐντολή, ποὺ εἶχε δοθεῖ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀκόμη; Πόσο σκεπτόμαστε τὸν Θεὸ κάθε μέρα; Πόσο λαχταροῦμε τὴ συνάντηση μαζί Του στὴν καθημερινὴ προσευχή, στὴν ἐκκλησία, στὴ Θεία Κοινωνία; Πόσο διψᾶμε ν᾿ ἀκούσουμε τὴ φωνή Του, νὰ μελετήσουμε τὸν λόγο Του; Πόσο συχνὰ ἀφήνουμε τὸ δικό μας θέλημα γιὰ νὰ ἐφαρμόσουμε τὸ θέλημά Του; Τί ζῆλο ἔχουμε νὰ νεκρώσουμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο μέσα μας, νὰ ἀποστραφοῦμε τὴν ἁμαρτία, ἡ ὁποία τόσο λυπεῖ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὴν ἐξάλειψη τῆς ὁποίας σταυρώθηκε ὁ Κύριός μας; Πόσο ποθοῦμε τὴ Βασιλεία Του; Ἂς τὰ σκεφθοῦμε αὐτὰ καὶ ἂς λάβουμε τὶς ἀποφάσεις μας.

 

2. Ἡ ἀληθινὴ εὐσέβεια

Ὁ νομοδιδάσκαλος στὴ συνέχεια ρώτησε ποιὸς εἶναι «ὁ πλησίον» του. Τότε ὁ Κύριος δίδαξε τὴν Παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη. Σ᾿ αὐτὴν βλέπουμε ὅτι τὸν τραυματισμένο Ἰουδαῖο ποὺ εἶχε πέσει θύμα ληστῶν, δὲν τὸν βοήθησαν οἱ συμπατριῶτες του, ὁ ἱερέας καὶ ὁ Λευΐ­της, ποὺ ἦταν καὶ θρησκευόμενοι Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ ἕνας ἀλλοεθνής, ἕνας Σαμαρείτης.

Χρησιμοποιώντας αὐτὰ τὰ πρόσωπα ὁ Κύριος, γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἀποδοκιμάζει τὴν ἐξωτερικὴ εὐσέβεια, ποὺ παρουσιάζονται νὰ ἔχουν ὁ Ἰουδαῖος ἱερέας καὶ ὁ Λευΐτης. Ἴσως ἦταν πολὺ ἀκριβεῖς στὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα, γνώριζαν τὸν Νόμο καὶ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης· ἀλλὰ δὲν ἔδειξαν ἀγάπη στὸν τραυματισμένο.

Ἀγάπη ἔδειξε ὁ Σαμαρείτης, παρόλο ποὺ ἡ πίστη του ἦταν ἀναμεμιγμένη μὲ πλάνες. Αὐτός, ὁ λιγότερο φωτισμένος, ὁ ἐχθρὸς τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἐμφανίζεται νὰ ἐφαρμόζει τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, τὴ μεγαλύτερη ἐντολὴ τοῦ Νόμου (μετὰ τὴν ἐντολὴ τῆς πρὸς τὸν Θεὸ ἀγάπης). Ὁ Σαμαρείτης ἔγινε «πλησίον τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς»· μὲ τὴν ἀγάπη του πλησίασε τὸ θύμα τῶν ληστῶν πολὺ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ὁμοεθνεῖς του, τοῦ φέρθηκε σὰν ἀδελφός του. Ἦταν «ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ»· τοῦ ἔδειξε ἔλεος, κατὰ μίμηση τοῦ πολυεύσπλαχνου Θεοῦ.

Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος τὸν προέβαλε ὡς πρότυπο: «Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως», προέτρεψε ὁ Κύριος τὸν «νομοδιδάσκαλο». Δεῖχνε συμπάθεια σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ πάσχει, χωρὶς νὰ ἐξετάζεις ἂν εἶναι συγγενὴς ἢ συμπατριώτης σου, καὶ χωρὶς νὰ λογαριάζεις τὶς θυσίες καὶ τοὺς κόπους ποὺ θὰ ὑποστεῖς γιὰ νὰ τὸν βοηθήσεις, ἔστω κι ἂν εἶναι ἐχθρός σου.

Ὁ Κύριος λοιπὸν μὲ τὴν Παραβολὴ αὐτὴ μᾶς καλεῖ νὰ ξεπεράσουμε τὴν τυπικὴ θρησκευτικὴ ζωή. Ἡ Πίστη μας δὲν συνίσταται στὴν ἐκπλήρωση κάποιων τυπικῶν καθηκόντων, ἀλλὰ στὴν καρδιακὴ μετάνοια καὶ ἀγάπη. Ὅταν ζοῦμε τὴν Πίστη μας σωστά, μεταμορφωνόμαστε ἐσωτερικά, ἡ καρδιά μας μαλακώνει καὶ αὐθόρμητα σπλαχνίζεται ὅλο καὶ περισσότερο τὸν κάθε συνάνθρωπο. Ἡ πνευματική μας καλλιέργεια, τὸ πόσο πραγματικοὶ Χριστιανοὶ εἴμαστε, φαίνεται στὴ δύσκολη ὥρα, ὅταν χρειάζεται νὰ δείξουμε αὐταπάρνηση γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ θυσιαστοῦμε γιὰ χάρη τῶν συνανθρώπων μας.

Ὁ Κύριος νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ γίνουμε ἄνθρωποι αὐταπαρνήσεως καὶ ἔμπρακτης εὐσπλαχνίας, σύμφωνα μὲ τὸ δικό Του ἅγιο καὶ τέλειο παράδειγμα.

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ (10/11)

Ἀπόστολος: Κυρ. κα΄ ἐπιστολῶν (Γαλ. β΄ 16-20)

16 εἰδότες δὲ ὅτι οὐ δικαι­οῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰη­σοῦν ἐπι­στεύσαμεν, ἵνα δικαι­­ωθῶμεν ἐκ πίστεως Χρι­στοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσε­ται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. 17 εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιω­θῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. 18 εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. 19 ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. 20 Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

16 Ἐπειδή ὅμως μάθαμε ἀπό τήν προσωπική μας πείρα ὅτι δέν γίνεται δίκαιος ὁ ἄνθρωπος καί δέν σώζεται μέ τήν τήρηση τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου ἀλλά μόνο μέ τήν πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό, γι’ αὐτό λοιπόν κι ἐμεῖς πιστέψαμε στόν Ἰησοῦ Χριστό, γιά νά γίνουμε δίκαιοι καί νά σωθοῦμε ἀπό τήν πίστη στό Χριστό καί ὄχι ἀπό τά ἔργα τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου. Διότι, ὅπως ἀναφέρεται καί στούς ψαλμούς, μέ τά ἔργα τοῦ νόμου δέν θά δικαιωθεῖ καί δέν θά σωθεῖ κανένας ἄνθρωπος. 17 Ἀλλά ἐάν ὑποθέσουμε ὅτι ἡ τήρηση τοῦ νόμου εἶναι ἐπιβεβλημένη, καί συνεπῶς ἐμεῖς πού ἀφήσαμε τό νόμο ἁμαρτήσαμε καί βρεθήκαμε νά εἴμαστε ἁμαρτωλοί μό­νο καί μόνο ἐπειδή ζητοῦμε νά δικαιωθοῦμε καί νά σω­­­θοῦ­με μέ τήν πίστη καί τήν κοινωνία μας μέ τόν Χριστό, τότε γεννιέται τό ἄτοπο ἐρώτημα: Ἄρα ὁ Χριστός εἶναι ὑπη­­­­ρέτης ἁμαρτίας, ἀφοῦ αὐτός μᾶς ὤθησε νά ἀφή­­σου­­με τό νόμο; Μή συμβεῖ νά ποῦμε μιά τέτοια βλασφη­μία. 18 Καί καταλήγουμε ὁπωσδήποτε στή βλασφημία αὐ­­τή, ἐάν δεχθοῦμε ὡς ἀληθινή τήν ὑπόθεση πού κάναμε. Διότι, ἐάν ἐκεῖνα πού κατάργησα καί ἀθέτησα ὡς ἀνώ­­φελα, δηλαδή τίς τυπικές διατάξεις τοῦ νόμου, αὐτά πάλι τά τηρῶ ὡς ἀναγκαῖα καί ἀπαραίτητα γιά τή σωτηρία, μέ τήν ἐπάνοδό μου αὐτή στήν τήρηση τοῦ νόμου ἀποδεικνύω τόν ἑαυτό μου παραβάτη· διότι βεβαιώνω ἔμπρακτα ὅτι ἔκανα λάθος πρωτύτερα πού ἀθέτησα τό νόμο, καί ἁμάρτησα ὅταν προτίμησα τή σωτηρία πού δίνει ὁ Χριστός. 19 Ἀλλά ὄχι. Δέν ἁμάρτησα, οὔτε εἶμαι παραβάτης. Διότι ἐγώ μέ κριτήριο τό νόμο πού κατάργησα καί ὁ ὁποῖ­ος τιμωρεῖ μέ θάνατο κάθε παραβάτη του, πέθανα ὡς πρός τό νόμο, γιά νά ζήσω γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ. 20 Μέ τό βάπτισμα ἔχω σταυρωθεῖ κι ἔχω πεθάνει μα­ζί μέ τόν Χριστό. Κι ἀφοῦ εἶμαι νεκρός, δέν ἔχει πλέ­ον καμία ἰσχύ γιά μένα ὁ νόμος. Ἔγινα κοινωνός τοῦ σταυ­ρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ καί εἶμαι νεκρός. Λοιπόν δέν ζῶ πλέον ἐγώ, ὁ παλαιός δηλαδή ἄν­­θρω­πος, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. Καί τή φυσική ζωή πού ζῶ μέσα στό σῶμα μου τώρα πού ἐπέστρεψα στό Χριστό, τή ζῶ μέ τήν ἔμπνευση καί τήν κυριαρχία τῆς πί­στεως στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μέ ἀγάπησε καί πα­ρέδωσε τόν ἑαυτό του γιά τή σωτηρία μου.

antexoume.wordpress

πηγή: ο Σωτήρ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here