Το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος της Κυριακής : η παραβολή του Ασώτου Υιού

0

Ὁ Ἄσωτος υἱός καί ὁ εὐσπλαχνικός Πατέρας

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 24 Φεβρουαρίου 2019, τοῦ Ἀσώτου (Τῆς Κυριακῆς: Λουκ. ιε΄ 11-32)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύ­την· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου· οὐκ­έτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐ­­­­πέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγ­καντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαν­το εὐφραίνεσθαι. Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

1. Στὴ χώρα τῆς στέρησης

Δεύτερη Κυριακὴ τοῦ Τριωδίου, Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου· ἡ Ἐκκλησία μᾶς παραθέτει πλούσια πνευματικὴ τράπεζα: τὴν περίφημη Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ἀπὸ τὸ 15ο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου, τὸ κεφάλαιο τῆς Χάριτος καὶ τοῦ θείου ἐλέους.

Ἕνας ἄνθρωπος, λέει ὁ Κύριος στὴν Παραβολή, εἶχε δύο γιούς. Κάποτε ὁ νεότερος εἶπε στὸν Πατέρα: «Πατέρα, δῶσ᾿ μου τὸ μέρος τῆς περιουσίας ποὺ μοῦ ἀνήκει». Πράγματι, ὁ πατέρας διένειμε τὴν περιουσία στοὺς γιούς του. Κι ἔπειτα ἀπὸ λίγες ἡμέρες ὁ νεότερος τὰ μάζεψε ὅλα καὶ ἔφυγε σὲ μακρινὴ χώρα.

Ἐκεῖ ἐπιδόθηκε σὲ ἄσωτη ζωὴ καὶ ξόδεψε τὰ πάντα. Ἐπιπλέον «ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρός», ἔπεσε μεγάλη πείνα σ᾿ ἐκείνη τὴ χώρα, «καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι»· ἄρχισε νὰ στερεῖται. Ζήτησε δουλειὰ τὸ πρώην ἀρχοντόπουλο, καὶ βρῆκε τὴ χειρότερη καὶ πιὸ περιφρονημένη: τὸν ἔστειλαν νὰ βόσκει χοίρους. Ἀλλὰ κι ἐκεῖ δὲν χόρταινε· ἐπιθυμοῦσε νὰ χορτάσει ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα ποὺ ἔριχναν στοὺς χοίρους, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε.

Ἴσως σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι ὁ νέος αὐτὸς ὑπῆρξε ἄτυχος. Θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν πέσει πείνα σ᾿ αὐτὴ τὴ χώρα καὶ τέλος πάντων νὰ ἔβρισκε τὰ μέσα πρὸς τὸ ζῆν. Σὲ ὁποιαδήποτε χώρα τῆς γῆς θὰ μποροῦσε νὰ γίνει αὐτό, στὴ χώρα τῆς ἁμαρτίας ὅμως ὄχι. Στὴ χώρα τῆς ἁμαρτίας μετὰ ἀπὸ σύντομη ἀπόλαυση ἔρχεται πάντοτε, μὰ πάντοτε, μεγάλη πείνα, στέρηση, ἐξαθλίωση. Καὶ τὸ κατάντημα τοῦ ἄσωτου υἱοῦ εἶναι τὸ κατάν­τημα ὄχι μόνο ἐκείνου ποὺ κάνει ἀσωτίες ἀλλὰ τοῦ κάθε βαριὰ ἁμαρτωλοῦ ποὺ μένει ἀμετανόητος – τὸ ὁποῖο βέβαια σὲ κάποιο βάθμο ὅλοι γευόμαστε κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἁμαρτωλότητός μας.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁμαρτία ποὺ ἐξυμνεῖ καὶ τραγουδάει ὁ κόσμος: λίγη ἡδονὴ στὴν ἀρχή, καὶ κατόπιν ἀπέραντη στέρηση. Αὐτὴ εἶναι ἡ φύση τῆς ἁμαρτίας: ἡ στέρηση κάθε ἀγαθοῦ, τῆς χαρᾶς, τῆς εἰρήνης, τῆς ζωῆς. Γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πηγὴ κάθε ἀγαθοῦ· καὶ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἄρνηση τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεό.

2. Ἡ σωτήρια μετάνοια

Ἀλλὰ ὁ ἄσωτος υἱὸς ἦλθε κάποτε «εἰς ἑαυτόν»· ἦλθε στὰ σύγκαλά του, ἦλθε σὲ ἐπίγνωση τῆς καταστάσεώς του, καὶ εἶπε: «Πόσοι μισθωτοὶ τοῦ πατέρα μου ἔχουν ἄφθονη τροφή, ἐνῶ ἐγὼ πεθαίνω τῆς πείνας!». Ἀναγνώρισε δηλαδὴ ὅτι ἡ ἐπιλογή του ἦταν λανθασμένη, καὶ θέλησε νὰ ἐπανορθώσει. Ἀποφάσισε νὰ ἐπιστρέψει στὸ πατρικὸ σπίτι, νὰ ὁμολογήσει τὸ λάθος του μπροστὰ στὸν Πατέρα ποὺ τόσο εἶχε πικράνει, καὶ νὰ ἐκφράσει τὴ σταθερὴ πλέον ἐπιθυμία του νὰ εἶναι μαζί Του ὡς ὁ τελευταῖος, νὰ γίνει μισθωτός – μόνο νὰ εἶναι μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα. Τὸ ἀποφάσισε καὶ τὸ ἔπραξε, τὸ τόλμησε. Πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.

Ἡ μετάνοια λοιπὸν δὲν εἶναι τὸ συν­αίσθημα τῶν ἀποτυχημένων, δὲν εἶναι ἀπόγνωση, οὔτε κατάθλιψη ἢ ἄρνηση τῆς χαρᾶς τῆς ζωῆς, ἀλλὰ τὸ ἀκριβῶς ἀν­τίθετο: νηφάλια ἀξιολόγηση τῆς ἁμαρ­­τίας, ταπεινὴ παραδοχὴ τῆς ἐνοχῆς μας, ἐπιμονὴ στὴν ἐλπίδα, ἐπιστροφὴ στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ· εἶναι τὸ μεγάλο «ναὶ» στὴ θεία ἀγάπη.

3. Ὁ πιὸ στοργικὸς Πατέρας τοῦ κόσμου

Ἐνῶ ἦταν ἀκόμη μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι ὁ Ἄσωτος, ὁ Πατέρας τὸν εἶδε, τὸν ἀ­ναγνώρισε καὶ τὸν σπλαχνίσθηκε. Πῶς τὸν εἶδε; Ἀπὸ τότε ποὺ εἶχε φύγει ὁ γιός του, κάθε μέρα παρατηροῦσε μὲ πόνο τὸν δρόμο μήπως ἐπιστρέψει. Τὸν εἶδε καὶ δὲν ἀγανάκτησε, ἀλλὰ σκίρ­τησε ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸ παιδί του· «καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν». Ἔτρεξε, ἔπεσε πάνω στὸ ἄθλιο, κουρελιασμένο, βρώμικο παιδί Του ποὺ Τοῦ εἶχε δείξει τέτοια συμπεριφορά, καὶ τὸν φίλησε μὲ πολλὴ στοργή.

Ὁ γιὸς ὁμολόγησε τὴν ἐνοχή του, ἀλλὰ ὁ Πατέρας τὸν διέκοψε: «Φέρτε τὴν πρώτη στολή…». Ὄχι μισθωτός, ἀλλὰ ξανὰ γιός μου μὲ ὅλα τὰ δικαιώματα. Πλήρης ἀποκατάσταση! «Καὶ στρῶστε τραπέζι γιὰ νὰ γιορτάσουμε, διότι ὁ γιός μου αὐτὸς ἦταν νεκρὸς καὶ ἐπανῆλθε στὴ ζωή, ἦταν χαμένος καὶ βρέθηκε».

Ὁ ἀπειροτέλειος Θεὸς φέρεται μὲ ἀκατανόητη στοργὴ στὸν ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο ποὺ τώρα ἐπιστρέφει σ᾿ Αὐ­τὸν μετανοημένος!… Ποιὸς μπορεῖ νὰ μετρήσει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ; Ποιὸς μπορεῖ νὰ χωρέσει στὴ διάνοιά του μιὰ τόσο μεγάλη ἀγάπη;

Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου. Ἡ ἔσχατη κατά­πτωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ἄπειρη ἀ­γάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ μετάνοια: ἡ ἀνεκ­τίμητη δυνατότητα ποὺ ὁ οἰκτίρμων Θεὸς ἔχει δώσει στὸν ἁμαρτωλό, νὰ ἐπιστρέψει στὸ πατρικὸ σπίτι, νὰ ἐγερθεῖ ἀπὸ τὴν πτώση του, νὰ ξαναζήσει, νὰ βρεῖ τὸν ἑαυτό του. Ὁ πανάγαθος Πατέρας ὄρθιος στὸ κατώφλι τῆς πατρικῆς οἰκίας περιμένει τὸν καθένα μας νὰ ἐνεργοποιήσει αὐτὴ τὴ δυνατότητα, νὰ ἐπιστρέψει στὴν πιὸ στοργικὴ ἀγκαλιὰ τοῦ κόσμου.

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2020

Τοῦ Ἀσώτου:  Α΄ Κορ. ς΄ 12-20

Ἀδελφοί, πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσια­σθήσομαι ὑπό ­τινος. τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργή­σει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλ­λὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι· ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν ­Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. οὐκ ­οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη ­Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χρι­στοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γέ­νοιτο. ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώ­μενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρ­κα μίαν· ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυ­ρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι. φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώ­ματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει. ἢ οὐκ οἴ­δατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ῾Αγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν; ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώ­ματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

1. Τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα

Στὴν ἐποχὴ μας προβάλλονται ἔντονα τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα καὶ ἡ ὑπεράσπισή τους. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἐκπαιδεύεται ἀπὸ μι­­κρὸς νὰ διεκδικεῖ τὰ δικαιώματά του καὶ νὰ προασπίζεται τὴν ἐλευθερία του, ἡ ὁποία τάχα δὲν ἔχει ἄλλη προϋπόθεση παρὰ μόνο νὰ μὴν βλάπτει τὴν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου. Εἶναι ὅμως αὐτὴ ἡ θεώρηση τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας σωστὴ καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ ἀνθρώπου;… Τὴν ἀπάν­τηση τὴν ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ὅπου ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος ἀπευθύνεται στοὺς Κορινθίους καὶ τοὺς λέγει:
«Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξ­ουσιασθήσομαι ὑπό τινος»· ὅλα ἔχω ἐξουσία νὰ τὰ κάνω, δὲν συμφέρουν ὅμως ὅλα. Ὅλα εἶναι στὴν ἐξουσία μου, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν θὰ ἐξουσιαστῶ καὶ δὲν θὰ γίνω δοῦλος σὲ τίποτε.
Τὰ φαγητὰ ἔχουν γίνει γιὰ τὴν κοιλιά, καὶ ἡ κοιλιὰ γιὰ τὰ φαγητά. Ὁ Θεὸς ὅμως θὰ καταργήσει στὴν ἄλλη ζωὴ κι αὐτὴν κι ἐκεῖνα. Μπορεῖτε λοιπὸν νὰ τρῶτε ὅ,τι ἐπιθυμεῖτε, ἀρκεῖ μόνο νὰ μὴ γίνεστε δοῦλοι τοῦ φαγητοῦ καὶ τῆς κοιλιᾶς. 
Τὸ δὲ σῶμα δὲν ἔχει γίνει γιὰ τὶς ἀπολαύσεις καὶ τὴν πορνεία, ἀλλὰ γιὰ τὸν Κύριο, γιὰ νὰ Τοῦ ἀνήκει ὡς μέλος Του. Καὶ ὁ Κύριος εἶναι γιὰ τὸ σῶμα, γιὰ νὰ κατοικεῖ σ’ αὐτό. Βέβαια τὸ σῶμα διαλύεται μὲ τὸν θάνατο. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς ποὺ ἀνέστησε τὸν Κύριο, θὰ ἀναστήσει καὶ ὅλους ἐμᾶς μὲ τὴ δύναμή Του.
Εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος ἀν­τιμετωπίζει ἀκόμη καὶ τὰ ζητήματα τῆς καθημερινότητος μέσα ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τῆς αἰωνιότητος. Ὁ ἴδιος εἶ­χε ἐξηγήσει ὅτι δὲν ὑπάρχουν φαγητὰ ποὺ ἐπιτρέπονται ἢ ἀπαγορεύονται. Ὅλα ἐπιτρέπονται, ἀρκεῖ νὰ ἐξυπηρετοῦν τὸν σκοπό τους, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ νὰ συντηροῦν τὸν ἄνθρωπο κι ὄχι ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνεται δοῦλος τους, αἰχ­μάλωτος στὴ λαιμαργία. Ἄλλωστε μὴν ξεχ­νᾶτε, λέγει ὁ ἅγιος Ἀπόστολος, ὅτι στὴν αἰωνιότητα δὲν θὰ ὑπάρχουν οὔτε φαγητὰ οὔτε κοιλιὰ ποὺ θὰ ἐπιζητεῖ νὰ χορτάσει μὲ αὐτά. Ὁ καθένας λοιπὸν ἔχει δικαίωμα νὰ φάει ὅ,τι θέλει κι ὅσο θέλει. Ὡστόσο ὀφείλει νὰ ἀναλογιστεῖ ἂν αὐτὸ τὸν συμφέρει. Διότι στὴν πραγματικότητα καὶ τὴν ὑγεία του βλάπτει καὶ τὴν ψυχή του δὲν ὠφελεῖ, καθὼς τὴν αἰχμαλωτίζει στὴ λαιμαργία. Πῶς λοιπὸν θὰ ζήσει εὐτυχισμένος στὴν ἄλ­λη ζωή, ὅταν θὰ εἶναι ἐγκλωβισμένος στὶς ὀρέξεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες του, ποὺ δὲν θὰ ἱκανοποιοῦνται;…
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, προκειμένου νὰ ἐ­ξηγήσει στοὺς πιστοὺς ὅτι ἡ πορνεία εἶναι ἁμαρτία, κάνει εἰδικὴ ἀναφορὰ στὴν ἀξία τοῦ σώματος καὶ στὴν αἰώνια προοπτική του. Τὸ σῶμα, λέγει, δὲν μᾶς ἔχει δοθεῖ γιὰ νὰ ἱκανοποιοῦμε τὶς σαρκικές μας ὀρέξεις, ἀλλὰ γιὰ νὰ ζήσει ἄφθαρτο μέσα στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι ἄδικο λοιπὸν νὰ διδάσκουμε τὸ δικαίωμα αὐτοδιάθεσης κάθε ἀνθρώπου καὶ νὰ ἀποκρύπτουμε αὐτὴ τὴν αἰώνια προοπτική του;… Ἀλλὰ ὁ θεό­πνευστος Ἀπόστολος προχωρεῖ γιὰ νὰ ἐ­ξη­γήσει καλύτερα γιατί ἁμαρτάνει ὅποιος ἐνῶ λέει ὅτι πιστεύει στὸ Θεό, ὅμως συνάπτει σχέσεις ἐκτὸς γάμου καὶ δὲν ἐγκρατεύεται.

2. Τὸ σῶμα μας ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Ἐρωτᾶ: Δὲν ξέρετε ὅτι τὰ σώματά σας εἶ­ναι μέλη τοῦ Χριστοῦ; Μπορῶ λοιπὸν νὰ ἀ­ποσπάσω τὰ μέλη τοῦ Χρι­στοῦ καὶ νὰ τὰ κάνω μέλη πόρνης; Ποτὲ μὴ συμβεῖ νὰ τὸ κάνω αὐτό! Ἢ δὲν ξέρετε ὅτι ἐκεῖνος ποὺ συν­δέεται στενὰ καὶ προσ­κολλᾶται στὴν πόρ­νη εἶναι ἕνα σῶμα μ’ αὐτήν; Διότι λέει ἡ Γραφή: Θὰ γίνουν οἱ δύο μία σάρκα. Ἐ­κεῖνος ὅμως ποὺ προσκολλᾶται στὸν Κύ­ριο, γεμίζει ὁλόκληρος καὶ διευθύνεται ἀ­πὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου καὶ γίνεται ἕνα πνεῦμα μ’ Αὐτόν.
Φεύγετε μακριὰ ἀπὸ τὴν πορνεία. Κάθε ἁμάρτημα ποὺ τυχὸν θὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος, δὲν βλάπτει τόσο ἄμε­σα καὶ κατευθεῖαν τὸ σῶμα. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πορνεύ­ει, ἁμαρτάνει στὸ ἴδιο του τὸ σῶμα.
Ἢ δὲν ξέρετε ὅτι τὸ σῶμα σας εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο κατοικεῖ μέσα σας καὶ τὸ ἔχετε λάβει ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ συνεπῶς δὲν ἀνήκετε στὸν ἑαυτό σας;
Ναί· δὲν ὁρίζετε τὸν ἑαυτό σας. Διότι ἐξαγορασθήκατε μὲ τίμημα βαρύ, μὲ τὸ ἀτίμητο αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀπο­φεύγετε λοιπὸν κάθε αἰσχρὴ πράξη ποὺ γίνεται μὲ τὸ σῶμα καὶ ἀποδιώκετε κάθε πονηρὴ σκέψη καὶ ἐπι­θυμία ἀπὸ τὸ πνεῦμα σας. Καὶ ἔτσι νὰ δοξάζετε τὸν Θεὸ μὲ τὸ σῶμα σας καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σας, τὰ ὁποῖα ἀνή­κουν στὸ Θεό.
Καθὼς ζοῦμε σὲ ἐποχὴ σαρκολατρίας, ὅπου προβάλλονται ὡς δικαίωμα τὰ πιὸ ἄτιμα πάθη καὶ οἱ χειρότερες διαστροφὲς ποὺ ἀποκτηνώνουν τὸν ἄνθρωπο, ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου ἔρχεται νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου καὶ νὰ ἀναδείξει τὴν αἰώνια προοπτική του. Γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς ὑπενθυμίζει τὸ ἀσύλληπτο ὕψος στὸ ὁποῖο ἀνεβάζει ὁ πανάγαθος Θεὸς τὸ πλάσμα Του, τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸς ὁ Θεὸς ἔρχεται καὶ κατοικεῖ ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου κι ἔτσι καθιστᾶ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα, ναὸ ἔμ­ψυχο, ἀσυγκρίτως ἱερότερο ἀπὸ τοὺς ἄ­ψυχους χειροποίητους ναούς.
Ἂς τιμοῦμε λοιπὸν καὶ ἂς σεβόμαστε τὸ σῶμα μας, ποὺ ἁγιάζεται μὲ τὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ ἂς τὸ χρησιμοποιοῦμε πάντοτε ἀνάλογα μὲ τὶς ὑψηλὲς προδιαγραφὲς τοῦ Πλάστη του καὶ τὸν τελικὸ σκοπό του, ποὺ εἶναι ἡ συμμετοχή του στὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ αἰώνια εὐτυχία μας στὴν οὐράνια Βασιλεία.

από την ιστοσελίδα: Σωτήρ

ntexoume.wordpress.com/2

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here