Φρέσκια Μήδεια…

0

Ο συγγραφέας και κριτικός Κώστας Βούλγαρης με ένα εξαιρετικά τεκμηριωμένο, ολοσέλιδο άρθρο του στην Κυριακάτικη “Αυγή” της 15-7-18 αναλύει την παράσταση “Μήδεια” του Μποστ, που παρουσίασε στις 6 και 7 Ιουλίου το Θεατρικό Εργαστήρι Άστρους, χαρακτηρίζοντάς την “υποδειγματική”, αφού, όπως τονίζει “Ολη η σύγχρονη θεωρία της τέχνης είναι παρούσα στην παράσταση αυτή με τρόπο απροσδόκητο”.

Ακολουθεί το κείμενο της κριτικής ( http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/ )

Φρέσκια Μήδεια.

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Η παρώδηση της «Μήδειας» του Ευριπίδη από τον Μποστ, μας έχει δώσει ένα κείμενο ανοιχτό, που 25 χρόνια μετά τη συγγραφή του παραμένει ακμαίο και θαλερό. Η ταυτόχρονη παρώδηση της καθαρεύουσας (δηλαδή της δομής και της γλώσσας της επίσημης, καθεστωτικής αφήγησης της νεοελληνικής ταυτότητας), αλλά και του δεκαπεντασύλλαβου (δηλαδή του τρόπου και του ρυθμού με τον οποίο είναι οργανωμένο το νεοελληνικό φαντασιακό), καθώς και της περιβόητης και αδιατάρακτης «συνέχειας» του ελληνισμού (αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και βυζαντινή-χριστιανική παράδοση), όπως και άπειρων πλευρών της νεοελληνικής ζωής, μαζί με τη διορατικότητα του Μποστ, όσον αφορά τις πολιτικές προοπτικές που διαγράφονται ευκρινείς (και αδιέξοδες) με βάση την κυρίαρχη κοινωνική αντίληψη και τα στερεότυπα που τη συνέχουν, αποτελούν ένα ιδιαίτερα πρόσφορο έδαφος, είτε για εύκολες θεατρικές αρπαχτές είτε για απαιτητικές δοκιμασίες.

Ο Κώστας Ν. Φαρμασώνης, με περίζηλους τίτλους θεατρικών σπουδών και παραστάσεις που έχουν αφήσει ευδιάκριτο το στίγμα τους στα σύγχρονα θεατρικά δρώμενα, επιστρέψας τα τελευταία χρόνια στα αρκαδικά πάτρια, έχει δημιουργήσει το Θεατρικό Εργαστήρι Άστρους, με ερασιτέχνες ηθοποιούς. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους συντελεστές των παραστάσεών του είναι επαγγελματίες, ενώ, στη «Μήδεια», το σκηνικό το έκανε ένας λαϊκός καλλιτέχνης του Καρναβαλιού. Αν συνυπολογίσουμε και τις μέχρι τώρα επιλογές των έργων, «Επίσκεψη γηραιάς κυρίας» του Φρίντριχ Ντύρενματ και «Το σακάκι που βελάζει» του Στάνισλαβ Στρατίεβ, νομίζω πως ο στόχος του εγχειρήματος του Φαρμασώνη είναι ευδιάκριτος: έχοντας μελετήσει ουσιωδώς τον Μπρεχτ, δημιουργεί μια διαδικασία «ολιστική», όπου συνυπάρχουν όλα τα επίπεδα, οι δυνατότητες και τα αποτελέσματα της θεατρικής πράξης, σε ένα γεγονός ταυτόχρονα θεατρικό και κοινωνικό.

 

Δεν έχουμε δηλαδή μια ακόμη επαρχιακή, «συμπαθητική» ευκολία, ώστε το τοπικό κοινό και οι τοπικοί παράγοντες να είναι ενθουσιασμένοι που έχουν «και θέατρο», ούτε για τη μεταλαμπάδευση κάποιου θρυλούμενου θεατρικού πνεύματος στους ιθαγενείς, κατά την ακόμα ισχύουσα αντίληψη του εκπολιτισμού, αλλά πρόκειται για μια διαδικασία θεατρικής παιδείας και πράξης, τόσο των συντελεστών όσο και του κοινού. Τυχαίνοντας να κατάγομαι από την περιοχή και να γνωρίζω τα πρόσωπα, μπορώ να δω τις επιλογές του Φαρμασώνη, στο σύνολο των παραστάσεών του. Δεν βασίστηκε στους «κουλτουριάρηδες» της επαρχίας αλλά σε κανονικούς ανθρώπους, που η σχέση τους με το θέατρο, και εν γένει τα γράμματα και τις τέχνες, καλύπτει όλη τη γκάμα: από τους άξιους φιλολόγους της περιοχής μέχρι ανθρώπους που δεν είχαν ποτέ παρακολουθήσει θέατρο.

Έτσι, το κείμενο του Μποστ, ακριβώς επειδή έχει τις ίδιες καλλιτεχνικές και πολιτικές προθέσεις, ήρθε και κούμπωσε, με απόλυτη φυσικότητα, στις δυνατότητες αλλά και τις ζητήσεις του Θεατρικού Εργαστηρίου Άστρους, δίνοντάς μας μια παράσταση υποδειγματική: κριτήριο το γέλιο που έβγαλε, το οποίο δεν ήταν «ξεκαρδιστικό», δηλαδή ακυρωτικό κάθε καλλιτεχνικού αποτελέσματος, αλλά μετρημένο και πικρό, όπως ακριβώς προκύπτει από το κείμενο.

Δεν είμαι θεατρικός κριτικός, ώστε να κρίνω την παράσταση με τα αντίστοιχα εργαλεία, όμως έχοντας δει και άλλες φορές τη «Μήδεια» του Μποστ, από επαγγελματικούς αλλά και ερασιτεχνικούς θιάσους, έχω την αίσθηση ότι εδώ ακολουθήθηκε όχι η αρχή της περιγραφικής «απόδοσης» ενός έργου αλλά της μεταμόρφωσης: των ηθοποιών και των άλλων συντελεστών, όπως και της σκηνοθεσίας, σε περσόνες του Μποστ. Όπως ακριβώς ο Μποστ μεταμόρφωσε την «Μήδεια» του Ευριπίδη σε τραγική κωμωδία και σάτιρα. Αλλά όχι μόνο αυτό: η αυτοπαρώδηση του ίδιου του κειμένου του Μποστ, έρχεται και κουμπώνει με τις αναπόφευκτες αδυναμίες, δηλαδή με τα όρια των ερασιτεχνών ηθοποιών, με τρόπο και πάλι φυσικό. Το αποτέλεσμα δεν είναι «υβριδικό», σύμφωνα με την ορολογία του συρμού, αλλά απλώς κανονικό. Δεν γνωρίζω άλλη διατύπωση της αρμονίας, τώρα πια που η αίγλη της πεποιημένης «θεατρικότητας», και εν γένει «καλλιτεχνικότητας», που κραυγάζει για τις καλές και σοβαρές προθέσεις της, ήδη πνέει τα λοίσθια.

Όσον αφορά λοιπόν την προσέγγιση του Μποστ, αλλά και του ίδιου του θεατρικού γεγονότος, βρισκόμαστε πολύ μακριά από την αντίληψη ότι το θέατρο, δηλαδή αυτή η αρχαιόθεν δραστική μορφή τέχνης, επιλέγει τους κοινωνούς του καλλιτεχνικού ή άλλου διαβήματός της μεταξύ των «καλλιεργημένων», προς επιβεβαίωση της υπεροχής τους, μέσα από τον ανώδυνο σχολιασμό των αντιλήψεών τους. Αντίληψη που μόνο ως παρανάγνωση της «Μήδειας» του Μποστ θα μπορούσαμε πια να την εκλάβουμε· ενδιαφέρουσα ίσως, αλλά πάντως παρανάγνωση, δηλωτική βέβαια του ορίζοντα προσδοκιών του λόγιου θεατρικού κοινού πριν από μερικές δεκαετίες.

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια τελείως διαφορετική συνθήκη, και η εν λόγω παράσταση δείχνει πως την κατανοεί και την ενσωματώνει. Αισθητικά, όλη η διαδικασία, από τον τρόπο με τον οποίο ο Μποστ προϋποθέτει και χειρίζεται την «Μήδεια» του Ευριπίδη, δηλαδή με τη μέγιστη ασέβεια, μέχρι τον τρόπο που το Θεατρικό Εργαστήρι Άστρους προϋποθέτει και χειρίζεται το κείμενο του Μποστ, επικαιροποιώντας το επιλεκτικά αλλά άγρια (π.χ. τα παράθυρα του ανακτόρου του Ιάσονα και της Μήδειας, δηλαδή της έδρας της εξουσίας, μετατρέπονται σε τηλεοπτικά παράθυρα), καθώς και ο τρόπος που ο σκηνοθέτης προϋποθέτει και χειρίζεται τους ηθοποιούς της παράστασης (εξαντλώντας και υπερβαίνοντας τις δυνατότητές τους), είναι εν τέλει μια διαδικασία που βασίζεται στην τεχνική της εισαγωγής, στο έργο και στην παράσταση, στοιχείων της πραγματικότητας, το καθένα από τα οποία προσθέτει τη δικιά του φωνή και ποιότητα. Και στοιχεία της πραγματικότητας αποτελούν αφ’ ενός το στόρυ της τραγωδίας του Ευριπίδη, αλλά και το κείμενο του Μποστ, καθώς και οι ερασιτέχνες ηθοποιοί, αναγνωρίσιμοι ως φυσικά πρόσωπα από τους θεατές της περιοχής, αλλά και το σημαίνον Μήδεια, που ως στερεότυπο πια σημαίνει ακριβώς μια μάνα που σκοτώνει τα παιδιά της. Και όλα αυτά συμβαίνουν σε χρόνο παροντικό, όπου όλο το χρονικό άνυσμα, από την κλασική εποχή μέχρι σήμερα, συμπυκνώνεται σε ένα χρονικά αδιαβάθμητο θεατρικό παρόν, με κορυφαίο συμβολισμό τη συνύπαρξη του Ευριπίδη, ως προσώπου, με χριστιανούς καλόγερους και ιερωμένους.

–Ο κόσμος ήρθε για να δή την Μήδεια και Ιάσων…

–Σταθήτε. Δεν εξήγησα πώς φόρεσα το ράσον…

Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με την τεχνική της μεταμυθοπλασίας, εφαρμοσμένη ως «σύγκρουση ανάμεσα στο παρωδούμενο κείμενο και στις προσδοκίες του αναγνώστη [θεατή]», όπως παρατηρεί η Κατερίνα Κωστίου, η οποία έχει επιβλέψει την ενδιαφέρουσα μεταπτυχιακή εργασία, «Παρωδίες του κλασικού ρεπερτορίου στο έργο του Μποστ», του Ιωάννη-Ρωμανού Γαλάνη. Ο οποίος με τη σειρά του σημειώνει πως «[ο θεατής] παρατηρεί τους ήρωες ενός έργου να συζητούν με χιουμοριστικό τρόπο το ίδιο το έργο». Και αυτοί οι ήρωες είναι ο ίδιος ο Ευριπίδης, που ζητά πληροφορίες από την Μήδεια, ώστε να κάνει πιο ερεθιστική την πλοκή της τραγωδίας «Μήδεια» που γράφει, ή ο Οιδίπους και η Αντιγόνη, που έρχονται από άλλη τραγωδία, του Σοφοκλή, και ενσωματώνονται στη «Μήδεια» του Μποστ…

Η παρώδηση λοιπόν δεν περιορίζεται στο κείμενο του Ευριπίδη, από το κείμενο του Μποστ, αλλά παρωδείται και το κείμενο του Μποστ από την παράσταση (αφού η δράση επεκτείνεται χρονικά μέχρι τη σημερινή εποχή των μνημονίων), αλλά και οι ίδιοι οι ερασιτέχνες ηθοποιοί, οι περισσότεροι απ’ τους οποίους παίζουν αρκετούς ρόλους ο καθένας: σε κάθε πρώτη εμφάνισή τους, στον εκάστοτε ρόλο, το κοινό χειροκροτούσε, συμμετέχοντας έτσι στη μεταμόρφωση του φυσικού προσώπου, δηλαδή στην παρώδηση του αντίστοιχου θεατρικού χαρακτήρα…

Όλη η σύγχρονη θεωρία της τέχνης είναι παρούσα εδώ, με τρόπο απροσδόκητο: η αποδόμηση, η συμμετοχή του θεατή στη δημιουργία του καλλιτεχνικού γεγονότος, η υπέρβαση της διάκρισης «υψηλής» και «ταπεινής» τέχνης. Γιατί η σκηνοθεσία κατάφερε να αξιοποιήσει και να εντάξει την πρωτογενή αψάδα των ερασιτεχνών, δηλαδή της πραγματικότητας, στη θεατρική πράξη· έτσι όπως ακριβώς αρθρώνεται, και απαιτεί, το εγχείρημα του Μποστ. Μια αντίστοιχη λύση θα ήταν, επαγγελματίες ηθοποιοί να έπαιζαν σαν ερασιτέχνες. Και οι δύο λύσεις εξίσου δύσκολες, και καλλιτεχνικά εξίσου ενδιαφέρουσες. Νομίζω ότι οι συντελεστές, αλλά και το κοινό της μικρής επαρχίας της Θυρεάτιδος, θα πρέπει να νιώθουν υπερήφανοι.

Δόθηκαν δύο παραστάσεις (6-7 Ιουλίου), στο προαύλιο Δημοτικού σχολείου Άστρους. Σκηνοθεσία: Κώστας Ν. Φαρμασώνης, Σκηνικό: Λάμπρος Κουρόγιωργας, Κοστούμια: Τζωρτζίνα Κωστοπούλου, Μουσική: Γιάννης Ψειμάδας, Χορογραφίες: Μανώλης Γύφτος, Βοηθοί σκηνοθέτη: Ανθούλα Πουλημένου, Θοδωρής Γ. Διαμαντόγιαννης.

Έπαιξαν κατά σειρά εμφάνισης: Ηλίας Χειράκης, Γιάννης Θεοδοσόπουλος, Ξανθή Παπούλια, Μαρία Κρεμμύδα-Σκαρμούτσου, Γεωργία Αλουπογιάννη, Αγγελική Φούφα-Παινέση, Ανθούλα Πουλημένου, Μοίρα Μπούζιου, Γιώργος Καβάσαλης, Θοδωρής Διαμαντόγιαννης, Λένα Σιμωνετάτου-Χρυσογένη.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here