Ιστορικά στοιχεία…

0

Θα προστεθούν φωτογραφίες αργότερα….

Ιστορικά στοιχεία

Η Βόρεια Κυνουρία κατοικείται τουλάχιστον από τη Νεολιθική εποχή, με βάση τα αρχαιολο­γικά ευρήματα, ενώ προελληνικά φύλλα εγκαθίστανται καθ’ όλη την πρωτοελλαδική επο­χή στα όρια της. Στο κεντρικό-παραλιακό τμήμα της υπήρχε η αρχαία Θυρέα. Από δώ πέρα­σαν γύρω στο 2100 π.Χ οι Δαναοί. 0 Πλούταρχος μας πληροφορεί πως: “Δαναώ γαρ, ότε πρώτον επέβη της χώρας κατά τα Πύραμια της Θυρεάτιδος…”. 0 Δαναός προτού να πάει στο ‘Αργος αποβιβάστηκε στους Απόβαθμους ή Πυράμια της Θυρεάτιδος, όπου θα κατοίκη­σε και ένα τμήμα των Δαναών.

Από το 1900 π.Χ, κατά τη Μεσοελλαδική περίοδο, στην περιοχή μας φτάνουν οι Κυνούριοι, έθνος Ιωνικό. Σύμφωνα με την Αρκαδική παράδοση η πόλη Θυρέα και ο Θυρεάτης κόλπος πήραν το όνομα τους από το Θυραίο, το γιο του Λυκάονα.

Η περιοχή της Θυρέας γίνεται “μήλον της έριδος” από το 1100 π.Χ μεταξύ Σπάρτης και ‘Αργούς. Για πολλά-πολλά χρόνια, ανάμεσα στις δύο ισχυρές πόλεις της Πελοποννήσου, θα ακολουθήσουν αιματηρές συγκρούσεις για να εκμεταλλευθούν τον πλούσιο κάμπο της Θυ­ρέας αλλά και τη στρατηγική της θέση. Φτάνουμε έτσι στην περίφημη μάχη των 600 Λογά-δων [Επίλεκτων], το 546 π.Χ, η οποία γνωστή ως μάχη της Θυρεάτιδος ήταν θρυλική κα­τά την αρχαιότητα και αναφέρεται από πολλούς αρχαίους συγγραφείς. Κατά τη διάρκεια του πελοποννησιακού πολέμου η Βόρεια Κυνουρία δέχεται ισχυρό πλήγ­ματα από τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους, αφού ανήκει στη Σπάρτη. Το 424 π.Χ ο Αθηναϊκός στόλος, με επικεφαλής τον Νικία, φθάνει στα παράλια της Θυρεάτιδος. Οι Αιγι­νήτες, οι οποίοι μετά την καταστροφή της Αίγινας από τους Αθηναίους, είχαν εγκατασταθεί στη Θυρέα, εγκαταλείπουν το Λόφο του Παραλίου Άστρους αφήνοντας μισοτελειωμένο το τείχος που κατασκεύαζαν και οχυρώνονται στην πόλη της Θυρέας. Η Θυρέα κυριεύεται από τους Αθηναίους, λεηλατείται και πυρπολείται, θα ακολουθήσει λεηλασία της Θυρεάτιδος α­πό τους Αργείους το 414 π.Χ. Μετά το 338 π.Χ η περιοχή της Βόρειας Κυνουρίας περιέρχε­ται, με τη βοήθεια του Φιλίππου του Β’, στους Αργείους, οι οποίοι νέμονται την περιοχή και κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο.

Το νοτιοδυτικό τμήμα της Β. Κυνουρίας ανήκει στην Τσακωνιά. Η ονομασία Τσάκωνες ανα­φέρεται για πρώτη φορά από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, ο οποίος τους αναφέρει ως ειδική στρατιωτική τάξη και ειδικότερα ως καστροφύλακες. Κοιτίδα της Τσακωνιάς υ­πήρξαν ο Πραστός, η Καστάνιτσα και η Σίταινα. Κατά τη Βυζαντινή περίοδο οι Τσάκωνες στρατολογούνται ως φύλακες φρουρίων των ακριτικών περιοχών του Βυζαντίου και απο­κτούν δύναμη και μεγάλη οικονομική ισχύ. Γίνονται πλούσιοι και επιστρέφουν στη γενέτει­ρα τους, όπου χτίζουν πύργους, εκκλησιές και μοναστήρια. Η λαϊκή ρήση “Η πόλη βγάζει τ’άσπρα και ο Πραστός τα κάνει κάστρα” επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Ανυπόταχτοι και φιλε­λεύθεροι θα αναγκάσουν τον Γουλιέλμο Βιλεαρδουίνο, την περίοδο της Φραγκοκρατίας, να κτίσει στο Ξηροκάμπι το κάστρο της Ωριάς, για να πετύχει την απόλυτη κυριαρχία του στην Πελοπόννησο, υποτάσσοντας τους “δυσήνιους Τσάκωνες”.

Στα τέλη του 19ου αιώνα ο πληθυσμός των τριών χωριών της Τσακωνιάς προσεγγίζει και αυτόν της Τριπολιτσάς, όπως φαίνεται από τον αριθμό των κεφαλικών δελτίων. Στις 16 Μαρτίου του 1821 η Τσακωνιά έχει ήδη κηρύξει την έναρξη της επανάστασης. Οι Τσάκω­νες θα γίνουν το φόβητρο των Τούρκων και πρωτοστατούν στην πολιορκία της Μονεμβα­σιάς και της Τριπολιτσάς, ενώ συμμετέχουν σε όλες τις μάχες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, με στρατιωτικά σώματα που συντηρούν οι ίδιοι. Μετά την καταστροφή του Πραστού από τον Ιμπραήμ το 1826, οι Πραστιώτες δημιουργούν το Λεωνίδιο, τον Άγιο Ανδρέα και αρκετά Τσακωνοχώρια στη Νοτιοανατολική Κυνουρία.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα των Τσακώνων, αποτελεί η Τσακώνικη διάλεκτος, η οποία απο­τελεί εξέλιξη της Δωρικής διαλέκτου. Τα Τσακώνικα συνεχίζουν να ομιλούνται και σήμερα σε πείσμα των καιρών, κυρίως από τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Πιστοί στην παράδοση τους οι Τσάκωνες διατηρούν τα ήθη και τα έθιμα τους, πολλά από τα οποία έχουν τις ρίζες τους στην Αρχαία Ελλάδα. Την πίστη τους στην παράδοση μαρτυρά και η λαϊκή ρήση: “ρι-στιανός είσαι ή Τσάκωνας”, αφού οι Τσάκωνες έμειναν πιστοί στην αρχαία ελληνική θρη­σκεία έως τις αρχές της 2ης χιλιετίας.

0 επισκέπτης σήμερα στην Τσακωνιά θα θαυμάσει την πλούσια και μοναδική Τσακώνικη αρχιτεκτονική, την πλούσια παράδοση με τα ενδιαφέροντα ήθη και έθιμα, τον Τσακώνικο χορό και την Τσακώνικη μουσική, την Τσακώνικη φορεσιά και τη μοναδικότητα της Τσακώ­νικης γλώσσας που έμεινε αναλλοίωτη στο πέρασμα χιλιάδων χρόνων.

Μέσα στο μεγάλο κίνημα της κλεφτουριάς, οι κλέφτες και οι κουρσάροι του Πάρνωνα, αντι­προσωπεύουν την φιλελεύθερη ψυχή των κατοίκων τους, ενώ στη Φιλική Εταιρεία αναφέ­ρονται Κυνούριοι που έφτασαν στους ανώτερους βαθμούς. Τα χωριά της Βόρειας Κυνου­ρίας έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην Ελληνική επανάσταση του 1821. Δεκάδες στρατιωτικά σώματα δημιουργούνται σε όλα τα χωριά του Πάρνωνα, ενώ παράλληλα δημιουργείται το πρώτο οργανωμένο στρατόπεδο στα Βέρβενα. Οι πρόκριτοι της επαρχίας Αγίου Πέτρου και Πραστού συστήνουν το πρώτο “Φροντιστήριο” ή “κελάρι” που προμηθεύει με οπλισμό και τρόφιμα τους αγωνιστές. Στις μάχες των Βερβένων και των Δολιανών, το Μάιο του 1821, οι κάτοικοι της περιοχής θα κατατροπώσουν τους Τούρκους, αναπτερώνοντας το ηθικό των Ελλήνων. Στην πολιορκία της Τριπολιτσάς ο Πραστιώτης Μανώλης Ντουνιάς είναι ε­κείνος που θα ανοίξει πρώτος την “πόρτα του Αναπλιού”, για να πέσει η Τριπολιτσά στους Έλληνες.

Το καλοκαίρι του 1822 ο ‘Αγιος Ιωάννης θα διατελέσει για τρεις μήνες η πρωτεύουσα της επαναστατημένης Ελλάδας. Το 1823 στο Άστρος γίνεται η Β’ Εθνοσυνέλευση των Ελλή­νων, που θα ψηφίσει το νέο αναθεωρημένο Σύνταγμα της επαναστατημένης Ελλάδας. Στις επιδρομές του Ιμπραήμ η Βόρεια Κυνουρία αν και πυρπολείται από άκρη σε άκρη, οι κάτοι­κοι της βρίσκουν το σθένος και επιφέρουν συντριπτικά πλήγματα στις ορδές του Ιμπραήμ στο Παράλιο Άστρος, στον Πραστό, στην Καστάνιτσα στη Σίταινα  στον’ Αγιο Πέτρο, στα Βέρβε­να και στο Καστρί.

Σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες του ‘Εθνους, που θα ακολουθήσουν, η περιοχή πληρώνει με βαρύ φόρο αίματος τον αγώνα για ελευθερία. Στη Γερμανική κατοχή στον Πάρνωνα δημιουργούνται σώματα αντίστασης κατά των κατακτητών Γερμανών και Ιτα­λών. Σαράντα οχτώ άμαχοι Αγιοπετρίτες θα πληρώσουν με την εκτέλεση τους την οργή των φασιστών Γερμανών. Μετά τη λήξη του εμφύλιου η περιοχή μας δεν κατάφερε να ανα­κάμψει. Η πληθυσμιακή δυναμικότητα της αποδεκατίστηκε από την εξωτερική και εσωτε­ρική μετανάστευση.

Σήμερα ο Δήμος μας ακολουθεί μια πορεία ανάπτυξης και αειφορίας, βασιζόμενος στον ανθρώπινο παράγοντα και τη δυναμική της περιοχής, που αποτελεί έναν επίγειο παράδει­σο για τον επισκέπτη.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here