Γράμμα στον Μάνο Λοίζο

0

Της Ελένης Καρασαββίδου

Είναι κάποια τραγούδια που σημάδεψαν χώρες και γενιές. Κι εσύ έγραψες τέτοια τραγούδια. Δεν ξέρω πώς να σου μιλήσω βέβαια ακριβώς. Είναι ρε Μάνο που ντρέπεσαι πια, γιατί αυτοί που μας κυβερνάνε ξεφτιλίσανε γεμάτοι κυνικό κρεσέντο το αίμα τόσων γενεών που μπορεί να πλανήθηκαν “μα πίστεψαν αγνά, ίσαμε την τελευταία πνοή τους”. Μα δε βαριέσαι, σάμπως κι όσοι κυβερνήσαν με την σιδηρά χείρα της ιδεολογίας σκατά δεν τα κάνανε; Κι όμως, από μια ηθική διαστροφή, Μάνο, μια από τις τελευταίες που ίσως απομείνανε στο είδος των ανθρώπων, όταν διαβάζω τα τελευταία γράμματα των γυναικών και των ανδρών συντρόφων σου που αρνήθηκαν να παραδοθούν και να παραδώσουν στα λευκά κελιά της Τουρκίας, οι ίδιοι που μιλάν με αγάπη για τους συντρόφους στην εδώ μεριά του Αιγαίου, εγώ σκέφτομαι εσένα, να πεθαίνεις από καρκίνο στη Μόσχα και αντί να μεμψιμοιρείς ή να φοβάσαι ή να παρακαλάς να γράφεις με δύναμη όμοια με τη δικιά τους “Τίποτε δεν πάει χαμένο…” Τυφλώνει η ιδεολογία όταν την αφήνεις, μαζί με την ευθύνη σου, σε πατερούληδες κάθε είδους, γίνεται δόγμα, μεγαλύνει και πλαταίνει όταν γίνεται κτήμα εσωτερικό, «παιδεία».

Μάνο, εσύ μέσα από παιδεία και πάθος, μας συνόδεψες στις νίκες, όταν γλυκοχάραζε και γεννιόταν η ελπίδα αφήνοντας καρπούς γλυκούς.

Όμως δε θέλω να λέω ψέματα για νίκες που (όπως πάντα) δεν γέννησαν σύντομα τις ήττες τους στην εποχή σου ή για “νικηφόρα φουσάτα που θα ‘ρθουν” στην εποχή μας.. Το πρόβλημα δεν είναι οι δύσκολοι καιροί, είναι οι καιροί οι ανέλπιδοι. Άλλωστε τώρα έχουμε αργά και σταθερά την μίξη της απελευθερωμένης τίγρης ενός καπιταλισμού που δεν εδράζεται καν πρώτα και κύρια πάνω στην εργατική δύναμη κάθε χώρας ώστε να παρέχει υγεία και παιδεία στο εργατικό του δυναμικό, με την εξ Ανατολών πολιτισμική εκδοχή του, που κυοφορεί άλλες παραδόσεις κι άλλες προσλήψεις σχετικά με τι είναι και τι δεν είναι άτομο και κοινωνικό υποκείμενο. Δεν ξέρω, δεν έχουμε πιάσει αρκετά (εντελώς δυτικοκεντρικοί ακόμη και στις καταγγελίες μας περί δύσης,  κι ας μιλάμε για παγκόσμιο ορίζοντα!) τι η αντικατάσταση της Δυτικής πολιτιστικής ηγεμονίας (με τόσα στραβά και καλά μα και με το πολύτιμο κι ακριβοπληρωμένο δίκτυ ασφαλείας των ανθρώπινων δικαιωμάτων) από πολιτιστικές παραδόσεις που η κοινωνική και πολιτική ανθρωπολογία έχουν περιγράψει τόσο γλαφυρά ως πολιτισμικά αυταρχικές, θα φέρει. Αλλά αυτό για λόγους που αφορούν την γνωστική συντήρηση όλων των χώρων, δεν το πιάνουμε εύκολα… Δίχως να σημαίνει πως θα ’πρεπε αυτό να αντικαταστήσει και τις άλλες κριτικές προσεγγίσεις. Το σίγουρο είναι πως εσύ δεν θα τα ζήσεις. Εμείς ίσως προλάβουμε.

Κι όσο για την Ελλάδα, ο Τζημάκος που με κανε πάντοτε να ακούω την θλίψη πίσω από τους υστερικούς του στίχους το γραψε εμβληματικά περιγράφοντας (τόσο άβολα όπως κάθε γενναία τέχνη) την ιδεολογική ξεφτίλα των ηγετικών ομάδων της αριστεράς που, κλείνοντας το μάτι στα δεξιά κοράκια ώστε τυφλώνοντας μας κανένα δικό τους μάτι να μην βγει, καρπώθηκαν με το αίμα αλλονών, από το 85 και μετά την εξουσία (μετα την αξιόλογη από όσο άκουσα και κατάλαβα -κι ας κυοφορούσε το επόμενο στάδιο- τετραετία 81-85). Ως σήμερα. Ως τώρα. “Στου Paradise το ακρογιάλι/της Μακρονήσου το τσουβάλι/και από μέσα ξεπροβάλλει/ο πατερούλης μας ο Στάλιν/παρέα με εφτά γατιά/να τραγουδάει φωνακτά/άντε γαμήσου εργατιά”.

Κι επειδή στα σχολεία και στα σπίτια η ιστορία είναι σιωπή βολική, να στο θυμίσω Μάνο. Υπήρχε ένας καιρός που σκότωναν ανθρώπους και γάτες μαζί στη Μακρόνησο (στο “Νέο Παρθενώνα” βάζαν σε ένα τσουβάλι έναν εξόριστο και μια γατα και τους ριχναν στο Αιγαίο ώστε η γάτα από πανικό να ξεσκίσει τον κομμουνιστή πριν πνιγούν και τα δυο πλάσματα κι όλοι οι καναπαδάκηδες δημοκράτες μαζί που πρόθυμα βλεπαν το κακό μόνο εκτός συνόρων). Αλλά το τσουβάλι ταξίδεψε και ξεβράστηκε στους νεόπλουτους στο Paradise της Μυκόνου. The Rest is History and History May Rest in Peace.

Αλλά τι λέω Μάνο…Η ιστορία, και η ιδεολογία (κι ας προσπαθεί η ιδεολοψία να την τελειώσει), δεν τελειώνει ποτέ. Όχι επειδή το απαιτεί η ανύπαρκτη αλήθεια μα η υπαρκτή ανάγκη. “Ο Χαμένος τα παίρνει όλα” δεν τραγούδησε κι ο Λοΐζος της δικής μου γενιάς, ο Αγγελάκας; Τίποτα δεν πάει χαμένο. Ραντεβού, σαν έρθει η νέα ώρα, εκεί που θα μετρηθεί ο καθένας κι η καθεμιά μας με την συνείδηση του/της, ή μάλλον με το ήθος (όταν αφορά τον πόνο των άλλων, των διαφορετικών) και την ανάγκη του, όταν φτάσει η αναπόδραστη ώρα και θα  αφορά και πάλι τον πόνο ολονών. Το μέταλλο του καθενός και της καθεμιάς κρίνεται και θα κρίνεται τώρα και τότε, κάθε σπάνια, αντιφατική, μα κι υπαρκτή στιγμή που πρέπει να ναι καθένας μας, κατά πως έγραψε ο Ρίτσος στο νησί του τσουβαλιού, «όχι πάνω από τον άλλον, μα πάνω από τον εαυτό του». Τίποτε δεν πάει χαμένο…

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here