Nothing really matters

1
του Αρκτούρου
Τις τελευταίες ημέρες γίνεται πολύς, έως και σε υπερβολικό βαθμό πολύς λόγος για τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, είτε εκ μέρους της αρμόδιας κρατικής υπηρεσίας, είτε εκ μέρους τρίτων, αλλά για λογαριασμό της. Απ’ την πλευρά μου, θα προτιμήσω να αναφερθώ στα όσα άκουσα κατά την ακρόαση τριών Ελλήνων δημοσιογράφων (Παρακολουθήσεις: Έλληνες αξιωματούχοι και δημοσιογράφοι στο Κοινοβούλιο | Επικαιρότητα | Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (europa.eu)), από την καθ’ ύλην αρμόδια Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Committee of Ιnquiry to investigate the use of the Pegasus and equivalent surveillance spyware/Εξεταστική Επιτροπή για την διερεύνηση της χρήσης του λογισμικού Pegasus και αντίστοιχου κατασκοπευτικού λογισμικού παρακολούθησης). Νομική θέση δεν μπορώ να πάρω, ούτως ή άλλως.
Εν πολλοίς, όμως, ακόμα και η νομολογία είναι συνήθως αποτέλεσμα προσωπικών ερμηνειών του νόμου, έστω και από πρόσωπα που γνωρίζουν το αντικείμενο. Δεν εγγυάται κανείς την αντικειμενικότητα του νόμου και των αποφάσεων που εκδίδονται στο όνομά του. Εν πάση περιπτώσει. Εκκινώ από το γεγονός ότι οι κκ. Αθανάσιος Κουκάκης, Σταύρος Μαλιχούδης και Ελισσάβετ Τριανταφύλλου, απευθύνθηκαν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επικαλούμενοι την δημοσιογραφική τους ιδιότητα. Δύο εξ αυτών, οι κκ. Α. Κουκάκης και Σ. Μαλιχούδης, καταγγέλλουν ότι έπεσαν θύματα παρακολούθησης από την Ε.Υ.Π., επειδή ακριβώς τυγχάνουν δημοσιογράφοι.
Μόνο που, τουλάχιστον με βάση ό,τι προσωπικώς αντελήφθην, στις 2-2,5 ώρες της ακρόασης και της εν συνεχεία συζήτησης πάνω στην ακρόασή τους, κανείς εκ των δύο δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε απτή παρεμπόδιση της δημοσιογραφικής εργασίας του, ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας παρακολούθησης. Βέβαια, ίσως κάποιοι να θεωρούν ότι σκοπός της κάθε κρατικής υπηρεσίας πληροφοριών θα έπρεπε να είναι η παρακολούθηση της κυρα-Μαρίας και της κυρα-Λεμονιάς, που συζητούν στο τηλέφωνο για τις εκδοχές του παραδοσιακού χειροποίητου χαλβά. Αλλά, ας δούμε τα πράγματα λίγο πιο προσεκτικά.
Eννέα ευρωβουλευτές πήραν τον λόγο και απηύθυναν ερωτήσεις στους προσκεκλημένους, και μόνον ένας από την Ελλάδα, ενώ τρεις είναι συνολικά οι Έλληνες ευρωβουλευτές που διατελούν μέλη της Επιτροπής Pegasus (Μέλη | Αρχική σελίδα | PEGA | Επιτροπές | Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (europa.eu)), καθώς και ένας από την Κύπρο, που είναι και Αντιπρόεδρος της Επιτροπής, και του οποίου η χώρα εκλογής σχετίζεται εμμέσως με τις περιγραφόμενες καταγγελίες. Στην εισαγωγή του, ο Α. Κουκάκης αναφέρει -και σωστά- ότι η κυβέρνηση της ΝΔ (2019-σήμερα) νομοθέτησε υπέρ του διακεκριμένου οικονομικού εγκλήματος, για το οποίο ο ίδιος έκανε reportage, τα αποτελέσματα του οποίου δημοσιεύθηκαν στους “Financial Times”. Και έτσι ξεκίνησε η πρώτη παρακολούθησή του (2020). Τα εν λόγω δημοσιεύματα δεν τα καταθέτει στα Πρακτικά της Επιτροπής, αλλά παραπέμπει τους ευρωβουλευτές να τα αναζητήσουν μόνοι τους.
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να σημειώσω ότι ο Α. Κουκάκης αναφέρει πως η πρώτη άτυπη μεν τεκμηριωμένη δε ενημέρωση που είχε, αναφορικά με την πρώτη παρακολούθησή του, προήλθε από κάποια δική του δημοσιογραφική πηγή. Με τα στοιχεία αυτά ανά χείρας, μεταβαίνει στην ΑΔΑΕ (Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών). Την ίδια μέρα που υποβάλει καταγγελία, η παρακολούθησή του διακόπτεται. Στην συνέχεια, η ΝΔ νομοθετεί υπέρ της απαγόρευσης της ΑΔΑΕ να ενημερώνει τα φυσικά πρόσωπα που έχουν παρακολουθηθεί για λόγους εθνικής ασφαλείας, ενώ ο ίδιος προσφεύγει λίγο αργότερα στο ΕΔΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Στρασβούργο), κατά αυτού του νομοθετήματος.
Για την δε αξιοπιστία του ΕΔΔΑ, αρκεί κανείς να θυμηθεί τα ποσά που επιδίκασε στην Ελλάδα, υπέρ των αξιώσεων επί του Ελληνικού Δημοσίου του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου Β’ (THE FORMER KING OF GREECE AND OTHERS v. GREECE (coe.int)). Το 2021, το κινητό τηλέφωνο του Α. Κουκάκη επιμολύνεται με το Predator, όπως επιβεβαιώθηκε τεκμηριωμένα και αναλυτικά από το Citizen Lab του Παν/μίου του Toronto. Στην συνέχεια, τον λόγο παίρνει για την δική του εισαγωγική παρέμβαση ο Σταύρος Μαλιχούδης, μέλος μεταξύ άλλων του δημοσιογραφικού δικτύου Reporters United. Παρουσιάζει εσωτερικό μήνυμα της Ε.Υ.Π. που διέρρευσε στον ελληνικό Τύπο (διαρροή για την οποία υπήρξε σχετική εισαγγελική παρέμβαση), όπου και γίνεται αναφορά στην παρακολούθησή του, από κοινού με την παρακολούθηση εργαζομένου του Δ.Ο.Μ./Ι.Ο.Μ. (Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης/Ιnternational Organization for Migration, του Ο.Η.Ε.).
Ο Σ. Μαλιχούδης επιμένει στον όρο “εθνική ασφάλεια”, ως προϋπόθεση των νόμιμων παρακολουθήσεων, όρος που κατά την γνώμη μου είναι εξαιρετικά ασαφής και γενικός, και που ενδεχομένως εξηγεί ή έστω ερμηνεύει την παρακολούθηση ατόμων, στις δραστηριότητες των οποίων δεν συντρέχουν τέτοιοι λόγοι. Με δυο λόγια, δεν αμφισβητεί την παρακολούθηση για λόγους εθνικής ασφαλείας, συλλήβδην, αλλά είναι απόλυτα σίγουρος ότι ο ίδιος αποκλείεται να απειλεί την εθνική ασφάλεια (την επίκληση στην οποία δεν αμφισβητεί, στην βάση της).
Και για να εξηγήσω τί εννοώ. Εγώ, για παράδειγμα, απορρίπτω τα περί εθνικής ασφαλείας, ισχύουν δεν ισχύουν. Δεν πιστεύω στην αρχή της εθνικής ασφάλειας. Κατηγορηματικά και ολοκληρωτικά. Όταν όμως κάποιος πιστεύει, όπως ο Σ. Μαλιχούδης, πώς είναι σε θέση, και μάλιστα προκαταβολικώς, να αποσυνδέσει τον εαυτό του από μια τέτοια υπόθεση; Αν αποδεχθούμε την αρχή της εθνικής ασφάλειας, θα πρέπει κάποιος τρίτος να είναι σε θέση να την επιβεβαιώσει, ή να την απορρίψει. Πέρα, λοιπόν, από το γεγονός ότι στο σημείο αυτό ο Σ. Μαλιχούδης, επί της ουσίας, αυτοαξιολογεί την δουλειά του και την δημοσιογραφική του ιδιότητα, που σημαίνει ότι σχολιάζει παρά παρουσιάζει τα δεδομένα, παραδέχεται ότι η παρακολούθησή του μπορεί και να μην είχε αυτόν τον ίδιο ως στόχο, ή ως βασικό στόχο. Μπορεί, δηλαδή, να παρακολουθήθηκε στο πλαίσιο μιας ευρύτερης παρακολούθησης, και αυτή είναι μια υπόθεση την οποία ο ίδιος κάνει και μοιράζεται, δημοσίως.
Αμέσως μετά, η Ε. Τριανταφύλλου αναφέρθηκε -και καλώς, κατά την γνώμη μου- στην κωλυσιεργία της ΑΕΑΔ (Ανεξάρτητη Εθνική Αρχή Διαφάνειας), μέσω της οποίας δόθηκε χρόνος στην εταιρεία που κατέχει και διαχειρίζεται το Predator στην Ελλάδα (INTELLEXA A.E.), να εξαφανίσει τα -ή πολλά από τα- υπό αναζήτηση στοιχεία. Επίσης, γνωστοποιεί σε όσους δεν το γνωρίζουν, ότι η αρμόδια Εισαγγελία του Αρείου Πάγου παρέπεμψε την υπόθεση των παρακολουθήσεων πολιτών-δημοσιογράφων, στην Αρχή Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, ενώ το έγκλημα αφορά σε μια συμβατική και όχι ηλεκτρονική επιχείρηση-απάτη, με φυσική έδρα, διαχειριστές και υπαλλήλους.
Η καταγγελλόμενη εταιρεία, επίσης, φέρεται να έχει εξάγει κατασκοπευτικά προϊόντα της (dual-use tecnnology) στο εξωτερικό, χωρίς την άδεια της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών. Εν συνεχεία, πρώτη από τα μέλη της Επιτροπής, τον λόγο παίρνει η Sophie in ‘t Veld, ευρωβουλευτής από το 2004 και γνωστή για τις πολιτικές ευαισθησίες της σε θέματα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Κράτους Δικαίου, έναντι 20.000 ευρώ/μήνα καθαρής βουλευτικής αποζημίωσης. Ο Α. Κουκάκης, στην απάντησή του, δηλώνει πως τόσο το δικό του, όσο και το κατασκοπευτικό υλικό του Ν. Ανδρουλάκη, έχουν αμφότερα καταστραφεί, ενώ κανονικά η Ε.Υ.Π. υποχρεούται στην έως και δύο χρόνια διατήρηση του όποιου κατασκοπευτικού υλικού.
Η Ε. Τριανταφύλλου απαντάει στην Sophie in ‘t Veld ότι η χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού (spyware) είναι παράνομη, στην Ελλάδα, και μόνον οι τηλεφωνικές επισυνδέσεις/συνακροάσεις της Ε.Υ.Π. μπορούν να θεωρηθούν επισφαλώς νόμιμες, υπό την έννοια ότι πρέπει να γίνονται κάτω από μια πολύ συγκεκριμένη διαδικασία. Επόμενος ο Juan Ignacio Zoido Álvarez, ο οποίος ρωτάει -επιτέλους- αν αυτή η κατασκοπευτική δραστηριότητα επηρέασε την εργασία των δύο καταγγελλόντων δημοσιογράφων (αν υπήρξαν απειλές, εκβιασμοί, κλπ.). Ως μέλος του Ε.Λ.Κ., φυσικά, και όπως ήταν αναμενόμενο, ο ευρωβουλευτής Juan Ignacio Zoido Álvarez προσπάθησε να υπερασπίσει τον Κ. Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι αυτό. Στην απάντησή του προς τον Juan Ignacio Zoido Álvarez, ο Α. Κουκάκης μου έδωσε πάσσα να καταλάβω ότι κάτι δεν πάει καλά σε αυτήν την παρουσίαση, και πάντα κατά την γνώμη μου. Αντί λοιπόν να απαντήσει στην ερώτηση περί του αν παρεμποδίστηκε επί της ουσίας η δημοσιογραφική του εργασία, με βάση τις δικές του καταγγελίες για παρακολούθησή του από την Ε.Υ.Π., όχι μόνο διέφυγε πλήρως του περιεχομένου της ερώτησης, εκτός από κάποιες γενικόλογες παρατηρήσεις, του στυλ “η κυβέρνηση αντιδράει με υστερία“, “η κυβέρνηση επιτίθεται σε ξένους ανταποκριτές“, κλπ., αλλά υπέπεσε και στο εξής ατόπημα, για έναν κατά τ’ άλλα έγκριτο και έμπειρο δημοσιογράφο.
Πρότεινε στους ευρωβουλευτές να σκεφτούν το ενδεχόμενο να εισηγηθούν την διαπραγμάτευση της χρηματοδότησης από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Μ.Α.Α., Ταμείο Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας – Υπουργείο Οικονομικών (minfin.gr)) προς την Ελλάδα, λόγω των παραβιάσεων του Κράτους Δικαίου, εκ μέρους της κυβέρνησης της ΝΔ. Στην δική μου οπτική, αυτή είναι μια πολύ κακής ποιότητας πολιτική δημοσιογραφία, όπου ο δημοσιογράφος χρησιμοποιεί το κύρος της εργασίας του, για να προτείνει πολιτικές.
Αν ο Α. Κουκάκης επιθυμεί να συμμετάσχει στην λήψη αποφάσεων, μπορεί ν’ αφήσει για λίγο την ιδιότητα του δημοσιογράφου, με την οποία απευθύνθηκε στο Κοινοβούλιο, και να γίνει βουλευτής ή ευρωβουλευτής· ούτως ή άλλως, οι περισσότεροι ευρωβουλευτές είναι πρώην δημοσιογράφοι, γιατροί και δικηγόροι. Υπενθυμίζουμε εδώ πως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αλλάξει άρδην και μονομερώς το ήδη υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο, στο οποίο ανήκει και το Π.Δ.Π. (Πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο | Θεματολογικά δελτία για την Ευρωπαϊκή Ένωση | Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (europa.eu)), μέρος του οποίου αποτελεί ο Μ.Α.Α. Δεν μπορεί, επίσης, να συνομιλήσει απευθείας με τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, ούτε και να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει (Διαδικασία επί παραβάσει | Ευρωπαϊκή Επιτροπή (europa.eu)).
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμμετέχει ενεργά στην κατάρτιση του Κοινοτικού προϋπολογισμού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν διαχειρίζεται κονδύλια. Επανερχόμενοι στην απάντηση του Α. Κουκάκη, αναφέρει επίσης ότι κατά το 2021 εγκρίθηκαν από την αρμόδια Εισαγγελία που ελέγχει την Ε.Υ.Π, γύρω στις 16.000 αποφάσεις παρακολούθησης φυσικών προσώπων. Ο Σ. Μαλιχούδης επέλεξε να είναι πιο συγκεκριμένος, ως προς την απάντησή του προς τον Juan Ignacio Zoido Álvarez. Θεωρεί πως η δημοσιογραφική του εργασία επηρεάστηκε από την καταγγελλόμενη εις βάρος του κατασκοπεία, και μάλιστα πολύ, αφού όπως υποστηρίζει “εκθέτεις τις πηγές σου“, αν και χωρίς δική σου γνώση του συμβάντος, και ως εκ τούτου χωρίς την δική σου ευθύνη.
Αυτό είναι σωστό, εν μέρει και κατά την γνώμη μου, αφού κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τί είδους αντιμετώπιση μπορεί να έχουν, ή και να είχαν ήδη, οι δημοσιογραφικές πηγές που εκτέθηκαν. Παραμένει, όμως, μια εικασία. Δεν είναι σε θέση να μιλήσει για εκβιασμούς και απειλές των πηγών του, ενώ ούτε και ο ίδιος υπέστην κάτι ανάλογο. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παρεμβάλω μια σκέψη μου, που εξαρχής γυρίζει στο μυαλό μου. Η επίκληση της Ε.Υ.Π. στο απόρρητο, ακόμα και ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής των Ελλήνων, όπου απ’ ό,τι μάθαμε δεν ισχύει το απόρρητο, μάλλον συντείνει προς την αντίθετη από τα ισχυριζόμενα του Σ. Μαλιχούδη κατεύθυνση. Πώς μπορεί κανείς, δηλαδή, να είναι εκτεθειμένος, όταν η Ε.Υ.Π. είναι τόσο ακλόνητα πιστή στο απόρρητο που απορρέει από την εντολή της; Εκτός αν υποθέσουμε ότι θα είναι η Ε.Υ.Π. αυτή που θα προχωρήσει απευθείας σε εκβιασμούς και απειλές μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος.
Η εικασία του Σ. Μαλιχούδη είναι κάτι που θα μπορούσε να κάνει ο καθένας μας. Κατά την γνώμη μου, όμως, όταν ταξιδεύεις μέχρι τις Βρυξέλλες, για να μιλήσεις μπροστά σε εκατομμύρια Ευρωπαίους τηλεθεατές, θα έπρεπε να έχεις εναποθέσει περισσότερα στοιχεία στις αποσκευές σου. Κατανοώ ότι ο Σ. Μαλιχούδης επηρεάστηκε συναισθηματικά από την παρακολούθησή του, και την συνεπακόλουθη έκθεση των πηγών του· και το δέχομαι. Αυτό που πολύ σωστά έπρεπε να αναφερθεί, είναι η άρνηση ορισμένων Ανεξάρτητων Αρχών της Ελλάδας να απαντήσουν εγγράφως, σχετικά με την πορεία των καταγγελιών που έχουν υποβληθεί σε αυτές. Είναι μιας μορφής παράβαση καθήκοντος, από αυτές που όλοι μας συναντούμε καθημερινά, στις συναλλαγές μας με το ελληνικό δημόσιο σύστημα.
Η Ε. Τριανταφύλλου, αν και η ίδια δεν κατασκοπεύθηκε, σημείωσε πως δεν χρειάστηκε ποτέ να αυτολογοκριθεί, ως δημοσιογράφος, αλλά η μικρότερη ή μεγαλύτερη λογοκρισία είναι καθημερινό φαινόμενο στα ελληνικά ΜΜΕ. Κάτι που κανείς δεν αμφισβητεί, εκτός αν έχει πολιτικούς ή προσωπικούς λόγους να το κάνει. Το συναίσθημα της δημοσιογραφικής-συγγραφικής μοναξιάς, στο οποίο αναφέρεται επίσης η Ε. Τριανταφύλλου, είναι κάτι που μόνο όσοι γράφουμε μπορούμε να καταλάβουμε. Από την πλευρά της, φυσικά, είχε και συνεχίζει να έχει βήμα για να δημοσιεύσει τις σκέψεις της και τα πρωτογενή στοιχεία που συλλέγει.
Τί γίνεται, όμως, όταν γράφεις, αλλά δεν δημοσιεύεσαι καν; Για όσους δεν το γνωρίζουν, συμβαίνει συχνά σε όλους εμάς, τους κοινούς θνητούς. O ευρωβουλευτής Hannes Heide αναρωτήθηκε επί της αρχής γιατί ο Ν. Ανδρουλάκης δεν προσκλήθηκε στην συγκεκριμένη συνεδρίαση της Επιτροπής Pegasus, ώστε να ερωτηθεί και ο ίδιος από τους συναδέλφους του, ενώ ρώτησε ευθαρσώς εάν η Ελλάδα “διολισθαίνει προς ένα αυταρχικό κράτος“. Ο Σ. Μαλιχούδης αρνήθηκε να απαντήσει με ένα ναι ή ένα όχι, αλλά έκανε λόγο για ένα πλαίσιο “τρομερής πίεσης” και “σκοτεινής κατεύθυνσης“, που δημιουργείται στην Ελλάδα, ενώ σημείωσε πως η ΕΡΤ δεν τον κάλεσε για να αναδείξει το ζήτημά του.
Ο δε Α. Κουκάκης απάντησε στον Hannes Heide ότι εφόσον οι δημοσιογράφοι ελέγχουν την εξουσία, και εφόσον οι ίδιοι, ως δημοσιογράφοι, κάνουν καλά την δουλειά τους, η Ελλάδα δεν θα μετατραπεί σε απολυταρχία. H Róża Thun διερωτήθηκε, επίσης, γιατί ο Ν. Ανδρουλάκης απουσιάζει από την συνεδρίαση, ενώ απευθύνθηκε στους Έλληνες δημοσιογράφους, ρωτώντας τους αν θεωρούν ότι το ενδιαφέρον για το σκάνδαλο είναι καθαρά πολιτικό, αφού η μεγάλη συζήτηση άνοιξε μετά τις δημόσιες καταγγελίες του Ν. Ανδρουλάκη. Το σκέλος αυτό του σκανδάλου, ανέφερε ο Α. Κουκάκης, βοήθησε στο να αναδειχθεί το θέμα των παρακολουθήσεων, στις συνολικές του διαστάσεις. Και οι τρεις, επίσης, απαντώντας σε άλλη ερώτηση της Róża Thun, περί συγγραφικής και δημοσιογραφικής μοναξιάς, συναίνεσαν στο ότι η υποστήριξη από Έλληνες και ξένους συναδέλφους τους υπήρξε αμέριστη.
Απλώς, οι ιδιοκτήτριες επιχειρήσεις των ελληνικών ΜΜΕ είναι αυτές που δημιουργούν αυτό το μοναχικό πλαίσιο δράσης, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι δημοσιογράφοι δεν είναι πλήρως ελεύθεροι να γράψουν ό,τι θέλουν. Μέχρι εδώ, λοιπόν, γίνεται κατανοητό πως και η μοναξιά τους μετριάστηκε, και η εργασία τους συνεχίστηκε απρόσκοπτα. Συνεχίστηκε όμως και η ροή της συζήτησης, παρά ταύτα, με τους Saskia Bricmont, Γεώργιο Γεωργίου, Carles Puigdemont, Σ. Κούλογλου και Dragoș Tudorache. Ο Γ. Γεωργίου, από την Κύπρο, χαρακτήρισε τις δηλώσεις του Α. Κουκάκη για την δίκη των παρακολουθήσεων στην χώρα του ως “βαριές κουβέντες“, και του ζήτησε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του περί “δίκης-παρωδίας“.
Ο Α. Κουκάκης δεν καταθέτει και πάλι στα Πρακτικά της Επιτροπής τα στοιχεία που φέρεται να έχει, αρκούμενος στο να αναφερθεί στην δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης, και στο γεγονός ότι στην Κύπρο είναι δημοσίως αποδεκτό ότι έχουν γίνει παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων, από συγκεκριμένη ιδιωτική εταιρεία. Δεν θα σχολιάσω το γεγονός ότι ο Σ. Κούλογλου, ο μοναδικός Έλληνας ευρωβουλευτής που πήρε τον λόγο, μίλησε στα αγγλικά. Ζήτησε να μάθει αν ο Α. Κουκάκης θεωρεί ότι θα μπορούσε να έχει παρακολουθηθεί από ξένες μυστικές υπηρεσίες, ερώτηση που του είχε ήδη τεθεί προηγουμένως, αλλά δεν την απάντησε. Ο Α. Κουκάκης και πάλι δεν απαντάει, επί της ουσίας, αφού ο ισχυρισμός του ότι το Predator χρησιμοποιήθηκε εις βάρος του από την ελληνική κυβέρνηση, ή έστω από τρίτον, αλλά για λογαριασμό της κυβέρνησης, παραμένει δική του εικασία. Έστω και εν μέρει τεκμηριωμένη, με βάση την σχετική Έκθεση του Citizen Lab και τα στοιχεία από το δικό του reportage.
O Σ. Κούλογλου τόνισε, επίσης, ότι η εισαγγελική έρευνα που έχει ξεκινήσει επί του θέματος, στην Ελλάδα, δεν αφορά στην παρακολούθηση αυτή καθ’ αυτή, ως αδίκημα, αλλά στο γεγονός ότι αυτή δημοσιοποιήθηκε. Και στο σημείο αυτό, πάλι, θα μπορούσε κανείς -που πρέπει να είναι εξαιρετικά πολύ νηφάλιος- να δει στην κατεύθυνση αυτή μια πολύ ισχυρή αίσθηση του απορρήτου μιας τέτοιας διαδικασίας, εκ μέρους της Ε.Υ.Π. (την ύπαρξη της οποίας δεν υποστηρίζω). Ζητούμενο, πάντως, παραμένει το πού καταλήγει η πληροφορία της κάθε παρακολούθησης. Θα μπορούσε κανείς να αρκεστεί στο ότι προφανώς η πληροφορία μένει στην Ε.Υ.Π. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν είναι γνωστό, και άρα δεν είναι αρκετό.
Ο Α. Κουκάκης, λίγο πριν το τέλος, επισημαίνει ότι οι τρεις συνολικά εισαγγελικές έρευνες που είναι σε εξέλιξη, στην Ελλάδα, αντί να βρίσκονται στα χέρια τριών διαφορετικών εισαγγελέων, συγκεντρώθηκαν όλες στο γραφείο ενός από αυτούς. Η Sophie in ‘t Veld κλείνει την συζήτηση, ως Εισηγήτρια, επανερχόμενη στο θέμα του 18μηνου, που θεσπίστηκε από την κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη, μετά το οποίο ένας επιχειρηματίας του οποίου οι τραπεζικοί λογαριασμοί έχουν προσωρινά δεσμευτεί, λόγω υποψίας εγκληματικής από μέρους του οικονομικής δραστηριότητας, ανακτά τον πλήρη έλεγχο των λογαριασμών του, εφόσον η υπόθεσή του δεν έχει φτάσει στο δικαστήριο, ή δεν έχει τελεσφορήσει δικαστικώς (κάτι πολύ σύνηθες, φυσικά, αν αναλογιστεί κανείς τους ρυθμούς με τους οποίους κινείται το ελληνικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης).
 Μετά από όλα τα παραπάνω, θέλω να δώσω εδώ ένα προσωπικό αντιπαράδειγμα, που δείχνει πώς και πόσο ένας απλός πολίτης είναι εκτεθειμένος σε πραγματική προσωπική και πολιτική εξόντωση. Κάποια στιγμή, κατά το τρέχον έτος, επικοινώνησα με το Active Citizens Fund Ελλάδος (Active Citizens Fund), καθώς διαπίστωσα παρέκκλιση από τον Κώδικα δεοντολογίας ενός από τους χρηματοδοτούμενους Οργανισμούς του, σε πλατφόρμα του οποίου συμμετείχα. Δεν θα αναφερθώ ονομαστικά σ’ αυτόν τον Οργανισμό, καθώς πρώτον κάτι τέτοιο συνιστά αρνητική μεν, διαφήμιση δε, κάτι που δεν προτίθεμαι να κάνω, και κατά δεύτερον, ο συγκεκριμένος Οργανισμός με έχει απειλήσει με νομικά μέσα, καθώς είχα το θράσος να υποβάλω εις βάρος του άτυπη καταγγελία.
Το ζουμί της υπόθεσης έγκειται στο εξής σημείο της ιστορίας. Αν μεταβεί κανείς στην αρχική σελίδα της ιστοσελίδας του Active Citizens Fund Ελλάδος, θα πέσει πάνω σ’ έναν ηλεκτρονικό μηχανισμό παραπόνων (όπως χαρακτηριστικά τον αυτοαποκαλούν), όπου έχεις το δικαίωμα να θέσεις υπ’ όψιν τους το όποιο παράπονό σου αφορά σε υποτιθέμενη ή μη κακοδιαχείριση των Κοινοτικών κονδυλίων που το Active Citizens Fund Ελλάδος διαχειρίζεται. Η δε “αναφορά σας θα αντιμετωπισθεί με απόλυτη εχεμύθεια“, ενώ όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει, ιδίοις όμμασιν, η αναγραφή του ονόματος και του επωνύμου του καταγγέλλοντος είναι προαιρετική.
Το Active Citizens Fund Ελλάδος δεν μου απάντησε ποτέ, αλλά ενημέρωσε τον περί ου ο λόγος συνεργαζόμενο Οργανισμό για το περιεχόμενο της καταγγελίας μου, ενώ του παρείχε και όλα τα στοιχεία επικοινωνίας μου. Το Reporters United, βέβαια, που έχει σχέσεις με τον συγκεκριμένο Οργανισμό, αποποιείται προκαταβολικώς των όποιων σχετικών ευθυνών του, αφού προφανέστατα δεν είναι αναγκασμένο να συνεργάζεται με φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασπάζονται στο ακέραιο τις ίδιες με τις δικές του αρχές και αξίες. Κατά τ’ άλλα, προωθεί την διαφάνεια και την λογοδοσία, γι’ αυτό και δουλεύει μαζί τους.
Βέβαια, πλήρης και πραγματική διαφάνεια δεν μπορεί να υπάρξει, ούτε και απόλυτη αντικειμενικότητα (FAQ – R•U (reportersunited.gr)), στην οποία το Reporters United, ρητώς, δεν πιστεύει. Πιστεύει, όμως, ο Αθανάσιος Κουκάκης, ότι το Reporters United είναι μια “έγκριτη δημοσιογραφική ομάδα” (δικά του λόγια, κατά την εισαγωγική του παρέμβαση στην Pegasus). Πίστη που του επιτρέπει να μοιράζεται αυτές τις απόψεις του, επικαλούμενος την δημοσιογραφική του ιδιότητα, σε ακρόαση από τους ευρωβουλευτές και ενώπιον εκατομμυρίων τηλεθεατών από τα 27 κράτη-μέλη μιας κατακερματισμένης οικονομικά, πολιτικά και ηθικά Ένωσης, στης οποίας τα Δικαστήρια είναι λίγο (έως και πολύ) πιο εύκολο να προσφύγεις, όταν είσαι δημοσιογράφος.
Και ειλικρινά, αν κάποιος με παρακολουθεί και με ακούει, κάτι που εύχομαι απεριόριστα, παρακαλώ πολύ να μεταφέρει στους αρμοδίους ότι εμείς εδώ πεινάμε, κλαίμε και τραβάμε τα μαλλιά μας, ενόσω κάποιοι παίζουν με τα (πανάκριβα) τηλεφωνάκια τους. Να πούμε, επίσης, ότι επίσημες παρακολουθήσεις συμβαίνουν και σε άλλα κράτη-μέλη της Ένωσης, και μάλιστα συστηματικά και διαχρονικά (Parliamentary question | Surveillance of Dutch investigative journalist by Dutch secret service | E-002901/2022 | European Parliament (europa.eu)), κάτι που ενδεχομένως μαρτυρά την αξιοπιστία των κρατικών μυστικών υπηρεσιών (εφόσον δεν υπήρξε καμία σχετική από μέρους τους διαρροή), την αναγκαιότητα ύπαρξης των οποίων καθόλου δεν αναγνωρίζω, όπως ελπίζω να κατέστην σαφές.
Δεν ξέρω, βέβαια, αν η Ολλανδία θεωρείται αυταρχικό κράτος. Αυτό που ξέρω είναι ότι κανείς από τους συμμετέχοντες στο panel της Pegasus δεν τόλμησε να πάει την κριτική ένα βήμα παραπέρα. Δεν άκουσα κανέναν να αμφισβητεί την ύπαρξη των μυστικών υπηρεσιών, ούτε και άκουσα κανέναν να αναφέρεται εν προκειμένω στην δική του αποτίμηση του έργου της Ε.Υ.Π. (συνολικά και σφαιρικά). Αν δηλαδή η Ε.Υ.Π. έχει και τεκμηριωμένο λόγο, αλλά και ρητή-νόμιμη άδεια παρακολούθησής μας, τότε καλώς πράττειν;

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here