O μπάρμπα Πάνος Κατσιανός και η καρότσα του, που ο Πλαστήρας την έκανε μπάχαλα.

0

Του Γιάννη Κουρόγιωργα

Ο Πάνος Κων. Μπάρλας ή Κατσιανός παίζει κλαρίνο δίπλα ο Γιώργος Φωτ. Γαΐτάνης. 

Η φωτογραφία είναι από το σύνδεσμο:

http://vlachakispan.blogspot.com/2015/04/blog-post_25.html

Ο μπάρμπα Πάνος Μπάρλας ή Κατσιανός ήταν αληθινός επικούρειος , χωρίς να ξέρει ποιός ήταν ο Επίκουρος, που έπαιζε κλαρίνο στο Αγιάννη την δεκαετία του πενήντα  για να διασκεδάζει τον εαυτό του περισσότερο  και λιγώτερο τους συγχωριανούς του.  Το σπίτι του ήταν δίπλα στον παραδοσιακό ξενώνα   ” Φούντας ”

Ο μπάρμπα Πάνος  αποφάσισε με τις οικονομίες του από το κλαρίνο να κτήσει μια κορδέλλα , μικρό βιοτεχνία ξυλουργίας για τους νεώτερους, δίπλα στο σπίτι του που ήταν βράχος , για να μπορεί εύκολα να επιβλέπει.

Η δουλειά στην κορδέλλα γινότανε από τα δύο μεγαλύτερα παιδιά του, οι δουλειές ήταν καλές και χρειαζότανε περισσότερο  χώρο για να γίνει επέκταση της βιομηχανίας τους.  Ο μπάρμπα Πάνος επέβλεπε όλα και  έπιανε και κανά σανίδι στη χάρη και στη φαίξη.

Τότε αποφάσισε να φτιάξει μια καρότσα , που ήταν ένα μεγαλύτερο κάρρο,  με δύο μεγάλες  ρόδες,   για να πετάει τα χώματα και τον βράχο που έσκαβαν σχεδόν καθημερινά για περίπου 20 χρόνια τα παιδιά του για να μεγαλώσει   ο χώρος της κορδέλλας,  εκεί που βρίσκεται σήμερα ο παραδοσιακός  ξενώνας  “φούντας “.

Ο Λουφολιάς έκανε την πολλή δουλειά, για ενα ποτήρι κρασί  η 2-3 τσιγάρα, άντε και πότε πότε και για ένα πιάτο κοψίδια. Ο Λουφολιάς,  όταν δεν κουβάλαγε  μόνος του τα τρουμπούσκια από του Καραματζάνη σήμερα στην κορδέλλα, πολύ μεγάλα ξύλα για σανίδια,που τα κουβαλούσαν 2-3  άτομα κανονικά αν δεν ήθελε ο Λουφολιάς,  δούλευε τις περισσοτερες φορές την καρότσα και πέταγε τα χώματα και τους βράχους έξω απο το χωριό , στη πλεύρα του δρόμου στο περδικονέρι.

Αλλά  ο μπάρμπα Πάνος ήταν προνοητικός και είχε  εφεδρείες.

Έβαζε τον Γιάννη Κουτίβα η Πλαστήρα να μαζέψει και άλλα παιδιά να πετάξουν μερικές καροτσιές ,γιατί ο Λουφολιάς θα ήταν κάπου μεθυσμένος.

Το σχέδιο ήταν να σπρώχνουνε η να τραβάνε όλοι την φορτωμένη καρότσα μέχρι το περδικονέρι, είχε βλέπεις  και μαγγούφα ανηφόρα , και στο γυρισμό  ανέβαιναν όλοι στη καρότσα και ο Πλαστήρας με αυτοπεποίθηση και σιγουριά οδηγούσε την καρότσα στην κατηφόρα πάλι στη κορδέλλα γρήγορα  για να προλάβουμε και να πάμε πολλές φορές…..

Μια ωραία καλοκαιρινή  ημέρα , όταν κέρδισα όλους τους παίκτες του Πλαστήρα  πίσω από το σχολείο του Αγιάννη ,  έπρεπε να πάμε καθυστερημένοι στην κορδέλλα του μπάρμπα Πάνου , ήταν κανονισμένο.

Βγήκαμε στη λάκκα και μαζέψαμε  καμια δεκαριά παιδιά για να μας βοηθήσουν να πάμε την καρότσα στο περδικονέρι  και  στη μαγγούφα ανηφόρα,  κυρίως μικροτερους  δεν τους θυμάμαι τώρα. Ήταν γραπτό εκείνη την μέρα να σταματήσουμε προσωρινά η για μερικά χρόνια…;  το σχέδιο του μπάρμπα Πάνου να μεγαλώσει την κορδέλλα, νομιζω ότι το πρόγραμμα σταμάτησε εκείνη την μέρα.

Ο Πλαστήρας οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα την καρότσα γεμάτη παιδιά , από την σκασίλα του που έχασε νωρήτερα τους παίκτες , πολύ μεγάλη υπόθεση, η γιατί είχαμε αργήσει , η  καρότσα του έφυγε στη στροφή που ήταν το καλύβι του Λουφολιά και γέμισε παιδιά η πλεύρα πάνω από το σπίτι του Κανέλια , ευτυχώς κανένας δεν πέθανε η τραυματίστηκε σοβαρά και οι ρόδες  χαθήκανε στα βάτα στου μύλους κάτω από το πρόδομο, η ακόμα κυλλάνε …  και η καρότσα του μπαρμπα Πάνου έγινε μπάχαλα.

Σιγά σιγά όλοι κουτσαίνωντας και βογγώντας την κοπανίσαμε κάτω από την λάκκα, για να μην μας  πάρει χαμπάρι ο μπάρμπα Πάνος , και τον αφήσαμε να περιμένει για την καρότσα, που είχε βλέπεις  και άλλα χώματα που τα άφησε αναγκαστικά και οριστικά για το Φούντα.

Δανειστήκαμε μερικές ιστορίες παρακάτω που είχα γράψει παλιότερα  από το σύνδεσμο.

http://vlachakispan.blogspot.com/2015/04/blog-post_25.html

:Ας αναφέρουμε εδώ κάτι και για τους οργανοπαίκτες και μια ωραία ιστορία.

Αυτούς που θυμάμαι είναι ο μπάρμπα Πάνος Κων. Μπάρλας ή Κατσιανός ►8 στο κλαρίνο που πάντοτε έπαιζε με κέφι, στη ανάγκη βόηθαγε καμιά φορά και ο αδερφός του ο μπάρμπα Μήτσιος- ο Μητσιαρώνης. Ο Τάσης Δικαίος- ο Δραπέτης- στο λαούτο , ο Μαρίνος Αλουπογιάννης στο βιολί, ο Σάκκας (Τάσης Κων Μπάρλας ) στη πίπιζα και ο Λάμπης Καμπύλης στο τούμπανο.

Από τα γύρω χωριά οι πιο γνωστοί ήταν ο Αγγελλέτος ή Μπαχάτης από την Μελιγού στο κλαρίνο, ο μπάρμπα Γιάννης Μουρλούκος ή Σελιβερδές από τα Βέρνεβα στο λαούτο και οι Περραίοι από το Πλάτανο στα βιολιά.

Αλλά ας πούμε κάτι για τον μπάρμπα Πάνο τον Κατσιανό. Ήταν πολύ ήπιος και ευτυχισμένος άνθρωπος με αυτά που είχε. Μας έλεγε ότι ποτέ δεν είχε αρρωστήσει, ποτέ δεν είχε ούτε πονοκέφαλο και ποτέ δεν πήρε φάρμακα ούτε ασπιρίνη. Τα καλοκαιριά βράδια τον παίρναμε για καντάδες στον Αγιάννη παιδιά τότε. Αυτός ήταν πολύ χαρούμενος που έπαιζε κλαρίνο πολλές ώρες μαζί μας.

Ο Στράτης Δαλιάνης ή Λοκανίκας, παλιός δήμαρχος, μάζευε τα λεφτά από όλους για να πληρώσουμε τον μπάρμπα Πάνο.  Μια φορά θυμάμαι είχε ένα πενηντάρι (50 δραχμές)  και το έβαζε στη μια τσέπη του μπάρμπα Πάνου.  Μετά από λίγο το έπαιρνε και το έβαζε στη άλλη τσέπη και αυτό έκανε όλη τη νύκτα για να κάνει τον μπάρμπα Πάνο να πιστεύει ότι του έβαζε πολλά λεφτά.

Φυσικά ο μπάρμπα Πάνος το καταλάβαινε αλλά συνέχιζε με κέφι το κλαρίνο και την άλλη μέρα όταν τελικά βρήκε το πενηντάρι μας ρώταγε στη κορδέλα που πηγαίναμε πότε θα πάμε για καντάδα. Αυτός ήθελε να παίζει κλαρίνο και να χαίρεται βλέποντας όλους να διασκεδάζουν.

Τότε στα πανηγύρια χόρευε όλος ο κόσμος μαζί στη πλατεία του Αγιώργη ας πούμε χωρίς υπερβολή και 100 άτομα στο χορό όλοι μαζί. Όποιος είχε λεφτά και μερακονώτανε – έμπαινε στο κέφι πέταγε κάτι και για τα όργανα.

Αργότερα ο Μπαχάτης από τη Μελιγού μετά από κάθε χορό μετά από κάθε τραγούδι κούρτιζε το κλαρίνο πολλή ώρα για να του ρίξουν λεφτά να παίξει και να χορέψουμε. Αυτό το κούρτισμα το είχε παρακάνει, που ο κόσμος δεν το ήθελε πια, αλλά έγινε σιγά σιγά συνήθεια για όλους.

Μια φορά ήταν ημέρες του Πάσχα και χόρευε ο κόσμος στο Αγιώργη δίπλα στις μουριές και τότε οι άλλοι οργανοπαίκτες αρχίσανε τα κουρτίσματα για τα λεφτά και αφού κανένας δεν έριχνε τίποτα γιατί δεν είχε, μες το κόσμο δυνατά, που συνήθως μίλαγε πολύ σιγά, να το ακούσουνε όλοι ο μπάρμπα Πάνος ο Κατσιανός είπε: «Βαράτε ρε παιδιά να χορέψει ο κόσμος αέρα τους πουλάμε !!!» και άρχισε να παίζει μόνος του και μετά τον ακολούθησαν και οι άλλοι τι να έκαναν.”

Μια και αναφέραμε τον φίλο μας Πλαστήρα , που μας χαιρέτησε για τον άλλο κόσμο, θυμήθηκα μια άλλη σύντομη  ιστορία. Ο Πλαστήρας , ο Στέλιος ο Κατσιανός, που επίσης μας χαιρέτησε για τον άλλο κόσμο , ο Γιάννης ο ξάδερφος μου  ο Λεφίκης ,  και  εγώ ο Γιάννης ο Κύριος,  είχαμε  καλή παρέα, καπνίζαμε στο σπίτι της Κορομπόκος που ήταν κλειστό κάτω από του κατσιανού….. και τα μεσημέρια  πηγαίναμε για καρύδια  και αγγούρια  στα περβόλια στους μύλους, όλοι κοιμόντουσαν τα μεσημέρια και όποιον πάρει ο χάρος …. ο  φύλακας ο Τσιώρος με τον Ματζουράνη δεν μας έπιαναν με τίποτα., ότι δεν τρώγαμε τα παίζαμε στη μάντρα του Προδρόμου μέχρι τελικής νικης και τα έπαιρνε στο τέλος όλα ένας τυχερός της ημέρας. Ο Γιάννης ο ξάδερφος μου έφυγε μικρός για το Καναδά  και όταν γύρισε μετά από πολλά χρόνια βρήκε την παρέα του .Ο Πλαστήρας καμαρωτός έτυχε να φοράει την στολή του εκείνη την μέρα με το εντυπωσιακό καπέλλο του,  είχε γίνει  αρχιφύλακας .Ο ξάδερφος χάρηκε που ειδε το παλιο φίλο και αφού φιληθήκανε εγκάρδια είπε.

Ρε κοίτα “τον αρχικλέφταρο < εννοούσε τα καρύδια,,,> το βάλλανε αρχιφύλακα” και άρχισαν να γελάνε ασταμάτητα που θυμήθηκαν τις λαμπρές μέρες μας..

Δεν νομίζω σήμερα να θυμίζει τίποτα……………………

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Please enter your comment!
Please enter your name here